Ακούω συχνά τους επικριτές της σύγχρονης, άκρως ανταγωνιστικής κοινωνίας μας να μιλούν (δικαίως) με σκληρά λόγια γι’ αυτήν χαρακτηρίζοντάς την (αδίκως) ως κοινωνία στην οποία επικρατεί ο λεγόμενος «Νόμος της Ζούγκλας», θεωρώντας ότι στη ζούγκλα συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με αυτό που επικρατεί στην κοινωνία. Οτι η ζούγκλα διέπεται από νόμους αντίστοιχους με τους ανθρώπινους όπου ο ένας μπορεί και πρέπει να εκμεταλλεύεται τον άλλον και ακόμα ότι οι νόμοι αυτοί ως πηγή έχουν τη βιοθεωρία της πυγμής. Οτι ο δυνατός δηλαδή επιβιώνει μόνο πατώντας πάνω στον αδύναμο.
Είναι αλήθεια ότι στη φύση το δυνατό είδος δείχνει φαινομενικά να υπερισχύει του πιο αδύνατου, παρ’ όλο που τα εμφανιζόμενα ως δυνατά είδη τείνουν σταδιακά να εξαφανιστούν όπως έχει συμβεί με τους δεινόσαυρους και τα μαμούθ και στις μέρες μας όπως συμβαίνει με τους ελέφαντες και τα λιοντάρια. Στη φύση όμως, είτε ζούγκλα λέγεται είτε έρημος είτε εύκρατη ζώνη, ισχύουν δύο νόμοι. Ο νόμος της ζωής και της φθοράς και ο νόμος της ανάγκης και της προσαρμογής. Και οι νόμοι αυτοί διέπονται με τη σειρά τους από αναλλοίωτους κανόνες.
Ενας βασικός κανόνας είναι αυτός του κορεσμού. Οταν δηλαδή κάθε ζώο ή φυτό χορτάσει, δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Το επιπλέον είναι επιβλαβές και συχνά καταστροφικό. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει στις κοινωνίες των ανθρώπων. Η σύγχρονη κοινωνία είναι ακόρεστη και ως εκ τούτου προξενεί βλάβη στον εαυτό της και τείνει στην καταστροφή. Το επιπλέον του ο καθένας μας το στερεί από το αναγκαίο του άλλου. Και αυτό προξενεί ανισοκατανομή, κατάσταση η οποία στη φύση δεν υπάρχει.
Ενας άλλος κανόνας που επικρατεί στη φύση είναι ο νόμος της συνεργασιμότητας. Ολα τα είδη πλην του ανθρώπου είναι συνεργάσιμα μεταξύ τους και με τη φύση με σκοπό όχι μόνο την επιβίωση της ατομικότητάς τους αλλά και τη συμβίωση στο ίδιο περιβάλλον. Οι κοινωνίες των ανθρώπων αντιθέτως βασίζονται στην ανταγωνιστικότητα επί τη βάσει συμβάσεων οι οποίες δεν υπάρχουν στη φύση. Για παράδειγμα η ιδιοκτησία, η πυρηνική οικογένεια, τα πατριαρχικά μορφώματα όπως τα κρατικά και θρησκευτικά ιερατεία, η αναγόρευση του χρήματος από μέσο σε σκοπό. Οι συμβάσεις αυτές είναι κατασκευές και έρχονται σε αντίθεση με τους φυσικούς νόμους, παρ’ όλο που μας αρέσει να τις εξισώνουμε με θεσμικούς κανόνες όπως αυτοί που οριοθετούν το πλαίσιο της κοινωνικής συμβίωσης και ως εκ τούτου είναι ενταγμένοι στο φυσικό περιβάλλον. Κανόνες όπως είναι ο σεβασμός της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας του ανθρώπου, η αλληλεγγύη, η ισότητα, η σύμπνοια για την επίτευξη του κοινού στόχου που έχει να κάνει με την ευημερία και μακροημέρευση του είδους μας.
Ενας τρίτος κανόνας είναι ο κανόνας της ισορροπίας και της συνεργασίας ακόμα και των αντιθέτων. Μέσω της ισορροπίας των πάντων, που διαταράσσεται μόνο από το φαινόμενο της εντροπίας, του οποίου την ενδεχόμενη χρησιμότητα ίσως δεν έχουμε ακόμα εντοπίσει, επιτυγχάνεται η διεμπλοκή, ο κβαντικός εναγκαλισμός όπως λέγεται επιστημονικά, όλων των φυσικών πραγμάτων μεταξύ τους στο πλαίσιο του ταξιδιού τους μέσα στον χρόνο.
Ακόμα ένας κανόνας που συνδέεται με τον προηγούμενο είναι ο παγκόσμιος παλμός, που μάλλον αυτόν εννοούσε ο Ηράκλειτος λέγοντας «πόλεμος πάντων πατήρ», μιας και η λέξη πόλεμος προέρχεται από το ρήμα πάλλω που σημαίνει δονούμαι, από το οποίο προέρχεται και η ηδονή. Ο άνθρωπος πάλι αστόχαστα έκρινε ότι ο παλμός – πόλεμος δεν είναι ο παγκόσμιος ρυθμός αλλά ο αλληλοσκοτωμός για να πλουτίζουν κάποιοι.
Στη ζούγκλα κανένα είδος δεν επιζητά την επικράτησή του επί πάντων και πασών. Ολα τα είδη, εκτός του ανθρώπου, προσπαθούν να επιβιώσουν. Ο άνθρωπος δυστυχώς γι’ αυτόν προσπαθεί να επικρατήσει. Στη ζούγκλα, σε αντίθεση με την ανταγωνιστική, βαθιά ταξική και αλαζονική κοινωνία των ανθρώπων, υπάρχουν όπως είδαμε συμβιωτικοί κανόνες πολύ πιο σοφοί και σταθμισμένοι με βάση την αόρατη εντελέχεια της φύσης.
Και κλείνοντας ακούμε ότι η φύση μάς εκδικείται. Ομως η φύση δεν εκδικείται, δεν μισεί, δεν αναγκάζει κανένα είδος να επικρατήσει πάνω σε άλλο είδος. Αυτή η αντίληψη περί επικράτησης πηγάζει από τη δαρβινική θεωρία, η οποία ήταν γέννημα θρέμμα του βρετανικού αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού, του τέρατος που προκάλεσε στον πλανήτη τη μεγαλύτερη καταστροφή και γέννησε τον επίσης ανύπαρκτο στη φύση ρατσισμό και τις διακρίσεις. Και το πιο σημαντικό: η φύση δεν τιμωρεί γιατί είναι ανεξίκακη, η φύση διδάσκει. Κι αν κάνει κάτι που δείχνει ότι στρέφεται κατά των ανθρώπων είναι επειδή εδώ και αιώνες αυτό το υπερφίαλο και ημιμαθές παράσιτο που λέγεται σύγχρονος άνθρωπος της τρώει τα σωθικά και αναγκαστικά προσπαθεί να το ξεράσει.
