«Είναι νεκρός, πάει να πεθάνει», σημειώνει ο Ρολάν Μπαρτ κάτω από την εικόνα ενός νεαρού, που φωτογραφίζεται υγιέστατος, λίγα λεπτά πριν ανέβει στο ικρίωμα. Είναι νεκρός, εμείς όμως τον βλέπουμε ζωντανό. Βρισκόμαστε πριν από τον θάνατό του, ενώ εκείνος βρίσκεται μετά. Κι εμείς βέβαια βρισκόμαστε πριν, αν τον κοιτάμε, μετά, αν τον σκεφτόμαστε.
Σκαρφαλώνουμε έναν αξεπέραστο τοίχο. Και στήνουμε έναν ξέφρενο χορό γύρω του. Η απεικόνιση, εκμηδενίζει ξαφνικά την αδιαμφισβήτητη ροή του γίγνεσθαι, ενός γίγνεσθαι που μας τρομάζει και, ταυτόχρονα, μας συναρπάζει.
Η χειρονομία να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις βαρβαρότητες είναι παλιά όπως ο κόσμος. Οπως παλιά είναι η θέληση να τα κρατάμε ορθάνοιχτα μπροστά στα πάντα. Η πρώτη φανερώνει ευαισθησία, αλλά και φόβο και, καμιά φορά, θρησκοληψία. Η δεύτερη, αγάπη για την αλήθεια, ηθικό θάρρος, αλλά καμιά φορά, σαδισμό. Είναι δύσκολο να εφαρμόσεις τη μία ή την άλλη από αυτές τις χειρονομίες σ’ αυτό που συμβαίνει, στην εμμονή που σπρώχνει τους φωτογράφους να εστιάσουν τους φακούς τους στο σημείο όπου παράγεται ο θάνατος συνανθρώπων μας. Πιστεύω ότι εδώ η ηθική δεν έχει θέση. Πιστεύω αντίθετα ότι προαναγγέλλεται μάλλον ένας απάνθρωπος μετασχηματισμός στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Είμαστε αιχμάλωτοι του κόσμου ως επιθυμία και παρουσίαση – έναν κόσμο επιθυμητό και παρουσιασμένο από ένα συλλογικό υποκείμενο, επομένως επιθυμητό και παρουσιασμένο από όλους κι από κανέναν. Κάθε εικόνα νεκρού είναι μια πόρτα στην αιωνιότητα που νομίζουμε ότι μπορούμε να ανοίξουμε από τη μια στιγμή στην άλλη, γυρίζοντας απλά το πόμολο: ένας τοίχος, ένα παραβιασμένο σύνορο.
Εκεί που τα γεγονότα υποβαθμίζονται σε πληροφορίες και οι πληροφορίες σε γεγονότα (όπου τα γεγονότα είναι, σε τελευταία ανάλυση, οι ίδιες οι πληροφορίες) είναι δύσκολο να διακρίνεις ανάμεσα σε δολοφονίες που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ειδήσεις και ειδήσεις που είναι προαποφασισμένες δολοφονίες.
Ο θάνατος σε πρώτο πλάνο, από τους παραγωγούς και τους εμπόρους του, στο καταναλωτικό κοινό.
