ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φέτος στα ελληνικά θέατρα συμβαίνει το εξής παράδοξο: όχι μόνο αυξάνονται και πληθύνονται και θα κατακυριεύσουνε τη γης, αλλά και όσα ήδη υπήρχαν δεν είναι ακριβώς θέατρα. Δεν ανεβάζουν ακριβώς παραστάσεις, αλλά σίριαλ – με τηλεοπτική αισθητική, ιστορία και μουσική! Υπάρχουν, ευτυχώς Παναγιά μου Σφιχτοκαλύπτρα, και εξαιρέσεις, αλλά σας έχω νέα: όλοι νομίζουν πως αποτελούν την εξαίρεση – δεν είναι έτσι!

Ας ξεκινήσουμε από τα ίδια τα θέατρα, ως εγκαταστάσεις: πόσο ακόμα θα κρυώνουμε, πιανόμαστε, τρέμουμε μήπως μας πέσει το ταβάνι στο κεφάλι ή σπάσει ένα σανίδι κάτω από τα πόδια μας; Για να μη μιλήσω για τις εξόδους κινδύνου, που ελάχιστα θέατρα έχουν (και από τα μεγάλα), για να μην πιάσω καν το ζήτημα των αναπήρων, αν υπάρχει πρόσβαση γι’ αυτούς, πόσο μάλλον κατάλληλες τουαλέτες αναπήρων. Με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν πλήρως αποκομμένοι από τη θεατρική παραγωγή της χώρας (κυρίως για Αθήνα συζητάμε βέβαια, καθώς στην επαρχία τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, εκτός, ξαναλέμε, ελαχίστων εξαιρέσεων). Αλλά έτσι που το πάνε, ακόμα και οι μη ανάπηροι, αποκλεισμένοι νιώθουμε…

Πήγα προχθές σε έναν «καινούργιο χώρο» που δεν ήταν χώρος: ήταν δύο δωμάτια, που μύριζαν χλωρίνη (παλιό το κτίριο βλέπεις και το καθαρίζανε μπας και…), από τους τοίχους έπεφταν σοβάδες κι έμπαινες σε ένα δωμάτιο μικρό, δίχως εξαερισμό, με κλειστά παράθυρα και πόρτες, κι έβλεπες μια παράσταση όπου οι ηθοποιοί είχαν γράψει το έργο και δεν έβγαινε κανένα απολύτως νόημα και φώναζαν και τραγουδούσαν από μικροφώνου και όλα αυτά σε 20 τετραγωνικά όλο μαζί (με τους θεατές!) και κάτι η χλωρίνη, κάτι τα ντεσιμπέλ, κάτι η ανυπόφορη κλεισούρα, κάτι (έως πολύ κάτι) το ίδιο το έργο, ήρθε η ημικρανία και χτύπησε ταβάνι και δεν υπήρχε και διέξοδος διαφυγής! Ασε που για να μπεις στον χώρο, περίμενες απ’ έξω στο κρύο (για κάποιο λόγο δεν σε άφηναν να μπεις από πριν) και η είσοδος χώραγε μόνο όσους ήταν έως 50 κιλά: κάτι τεράστιες γλάστρες δεξιά κι αριστερά την έκλειναν και μόνο ένα πέρασμα υπήρχε, μια χαραμάδα. Και δεν υπερβάλλω.

Και αναρωτιέμαι: να σεβαστώ χίλιες και δυο χιλιάδες φορές την ανάγκη του καλλιτέχνη για έκφραση και δημιουργία. Να καταλάβω χίλιες και δέκα χιλιάδες φορές πως η πολιτική αυτής της κυβέρνησης αυτής της Ν.Δ. αυτού του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει μαραγκιάσει όλον τον πολιτισμό και φυσικά το ελληνικό θέατρο και δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για κουρτίνες. Αλλά ένας στοιχειώδης -στοιχειώδης!- σεβασμός προς τον θεατή, που στο κάτω κάτω μαζί σας είναι, βρε παιδιά, και μάλιστα χρόνια τώρα στηρίζουμε τις εναλλακτικές, μικρότερες σκηνές στις οποίες μπορεί να βρεις και διαμαντάκια ενίοτε… αλλά όχι κι έτσι. Κάπου ώπα με την καρδιά σου τη σορόπα. Να βγαίνω άρρωστη δεν το δέχομαι. Ούτε να μην μπορώ να ανασάνω. Ασε που τις περισσότερες φορές, το υφάκι είναι χιλίων καρδιναλίων: λες και άλλος δεν έκανε θέατρο, μόνο ο 25χρονος/η χίπστερ που ξαφνικά την είδε τουλάχιστον Ρόμπερτ Γουίλσον (συγχωρέθηκε κι αυτός).

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις μεγαλύτερες σκηνές: εκεί πια, φέρονται σαν να τους χρωστάς και νεφρό ακόμα. Ποιος είσαι εσύ που ζητάς εισιτήριο σε sold out παράσταση; Σε τρεις μήνες, φίλε μου, και βλέπουμε. Και μόνος σου, μη θες να πας και με παρέα. Οσο για το αν είσαι δημοσιογράφος, εκεί θα βρεις μόνο αν γράφεις στους New York Times και μόνο αν σε αναγνωρίσουν. Είναι καινούργια μόδα αυτή των μεγάλων παραγωγών: δίνουν μία μέρα μόνο δημοσιογραφική και τέλος. Αν δεν μπορείς, έχεις δουλειά, ασθένεια ή δεν ξέρω τι άλλο, τελείωσες. Μήπως και δούμε πως φέτος στην Επίδαυρο μεγάλοι παραγωγοί δεν έχουν καν εισιτήριο ανέργων κ.λπ;

Γιατί το κοινό ξέρει να διαλέγει και το χρήμα είναι εκεί, βλέπεις! Αλλά ξέρει να διαλέγει; Ας ξεκινήσουμε με τα βασικά: Τόσα θέατρα, τόσος Ιψεν και Ντοστογιέφσκι, και το κοινό να ξεβλακέψει δεν! Βγαίνει ο ηθοποιός και χειροκροτάνε… γιατί; Δεν είμαστε στη δεκαετία του ’90. Δεν βασιλεύει η τηλεόραση. Δεν είμαστε γκρούπις. Θεατές είμαστε. Και ο ηθοποιός αποσυντονίζεται σαν βγαίνει και ακούει χαμούλη και στο κάτω κάτω, θα λάβει χειροκρότημα σαν το κερδίσει. Στο τέλος! Αλλά τι λέω; Ποιο ’90; Στο 1890 έχουμε γυρίσει: εδώ η άλλη έφυγε στη μέση παράστασης, εξαιρετικής μάλιστα (το «Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτόν») και μάλιστα στο πιο αστείο της σημείο, από τα καλύτερά της, γιατί ο ηθοποιός άρχιζε να λέει πως σαν ήταν μικρός είχε ανακαλύψει τα ροζ τηλέφωνα. Ο συντηρητισμός στο απόγειό του όσον αφορά τους θεατές. Και η μικροαστίλα επίσης.

Πάμε και στα ίδια τα έργα: επειδή έκανες επιτυχία στην τηλεόραση (όσο μπορεί να κάνει κάποιος «επιτυχία» στην τηλεόραση σήμερα) δεν σημαίνει πως είσαι και καλός ηθοποιός. Θα το αποδείξεις στο σανίδι. Από την άλλη, τα «ονόματα» του ελληνικού θεάτρου δεν τολμάει να τα αγγίξει κανείς. Οχι, μάτια μου, να μη λέω ονόματα, είσαι καλός, είσαι χρυσός, αλλά δεν γίνεται σε κάθε παράσταση να φωνάζεις και να τρέχεις πάνω-κάτω συνέχεια. Οχι συνέχεια. Δεν γίνεται. Εχει φτάσει πλέον στα όρια της κακοποίησης και του ίδιου του ηθοποιού αυτή η υπερβολή στην ερμηνεία – λίγη εσωτερικότητα δεν βλάπτει. Και δεν γίνεται να μην τολμάει να το πει κανείς αυτό επειδή είσαι αυτός που είσαι, όποιος κι αν είσαι. Αν και ούτε αυτό(ς) είναι το πρόβλημα: πάντα υπήρχαν υπερβολικές ερμηνείες. Το πρόβλημα είναι ότι σπανίζει η κριτική διάθεση. Ο θεατής δεν πάει πια να δει· πάει να επιβεβαιώσει ότι ήταν «εκεί». Να ανεβάσει story, να σχολιάσει το φουαγιέ, να φωτογραφηθεί με το πρόγραμμα. Το έργο καθεαυτό μοιάζει δευτερεύον. Οπως και τα εργασιακά δικαιώματα του καλλιτέχνη: γι’ αυτό είμαστε μαζί τους στην απεργία. Για να μπορούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους κι εμείς να μειώσουμε τα χάπια για την ημικρανία…