Η σχέση του Θεοδόση Πελεγρίνη με το θέατρο είναι μακρά και διαρκής, όπως και η αδιάλειπτη σχέση του με τη φιλοσοφία και τα κοινά. Εκείνο που τον διαμόρφωσε, εκτός από τα βιβλία και την ενασχόληση με τα κείμενα των αρχαίων φιλοσόφων και των μεγάλων θεατρικών συγγραφέων, ήταν το βίωμα. Οικογένεια μεταναστών οι δικοί του, άνθρωποι ζυμωμένοι με τον πόνο που γεννά ανθρωπιά και αλληλεγγύη οι αξίες τους, μπόλιασαν τη στάση ζωής και τη ματιά του. Κυριαρχούν μέσα του «η συμπόνια και ο σεβασμός για τους Ελληνες», όπως δηλώνει στις «Νησίδες». «Κι αυτό χάρη σε μια εμπειρία της παιδικής μου ηλικίας, τότε που στη δεκαετία του 1950 ήρθαμε στην Ελλάδα με την οικογένειά μου. Βλέποντας με τα έκπληκτα παιδικά μάτια μου τη φτώχεια στους γύρω μου ένιωσα τρυφερότητα γι’ αυτούς, η οποία έκτοτε με ακολουθεί. Γι’ αυτό κι όταν βλέπω στον τόπο μας πράγματα που με ενοχλούν, προσπαθώ να μη θυμώνω, να μη μισώ, να μην ξεσπώ – μόνο να καταλαβαίνω, όπως συμβούλευε ο Σπινόζα» μας λέει.
Καθηγητής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή και πρώην πρύτανης στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πολιτικός με θητεία ως υφυπουργός Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων (2015-2016) στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, συγγραφέας, ηθοποιός, μυθιστοριογράφος, μας μιλάει με την ευκαιρία του νέου βιβλίου του «Το φιλοσοφικό θέατρο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κωσταράκη.
● Ποια ήταν η αφετηρία για τη συγγραφή του καινούργιου βιβλίου σας «Το φιλοσοφικό θέατρο» και σε ποιους απευθύνεται;
Το βιβλίο αποτελεί προέκταση της ενασχόλησής μου με ένα ιδιαίτερο είδος θεάτρου, το «φιλοσοφικό θέατρο», η οποία ξεκίνησε πριν από είκοσι και πλέον χρόνια από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου ανέβηκαν ορισμένα από τα θεατρικά έργα μου, και συνεχίστηκε με παραστάσεις των έργων αυτών σε άλλες θεατρικές σκηνές της χώρας μας και του εξωτερικού. Το βιβλίο μου απευθύνεται στο αναγνωστικό κοινό γενικώς και όχι σε μια ορισμένη τάξη ανθρώπων. Κύριο μέλημά μου γράφοντάς το ήταν να το διαβάζει κάποιος εύκολα, δίχως να χρειάζεται ιδιαίτερη προπαιδεία για να το διεξέλθει. Ενδιαφέρον να έχει κανείς μόνο και περιέργεια.
● Ποιος είναι ο ορισμός για το φιλοσοφικό θέατρο και σε τι διαφέρει από το φιλοσοφημένο θέατρο;
Στο φιλοσοφημένο θέατρο ο συγγραφέας διατυπώνει στο έργο του, μεταξύ άλλων απόψεων, και ορισμένες ιδέες ιδιαίτερης φιλοσοφικής βαρύτητας. Στον «Αμλετ» του Σέξπιρ, λόγου χάριν, ο φερώνυμος ήρωας διερωτάται να ζει κανείς ή να μη ζει. Πρόκειται για μια απορία η οποία παραπέμπει στο νόημα της ζωής, που αποτελεί βασικό ζητούμενο της φιλοσοφίας. Ανάλογου ξεχωριστού φιλοσοφικού ενδιαφέροντος ιδέες απαντώνται στα έργα δραματουργών όπως ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Μάρλοου, ο Τσέχοφ, ο Ιψεν, ο Μπρεχτ, ο Μπέκετ ή ο Πίντερ. Στο φιλοσοφημένο θέατρο μπορεί να υπαχθεί οποιοδήποτε έργο, οποιουδήποτε συγγραφέα, οποιασδήποτε τεχνοτροπίας. Σε ό,τι αφορά όμως το φιλοσοφικό θέατρο ο συγγραφέας στο έργο του επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε ένα φιλοσοφικό ζήτημα ή στη ζωή και τη διδασκαλία ενός φιλοσόφου. Ενώ δηλαδή στο φιλοσοφημένο θέατρο η αναφορά στη φιλοσοφία είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του έργου, στο φιλοσοφικό θέατρο η αναφορά στη φιλοσοφία αποτελεί τον κεντρικό άξονα του έργου.
● Πείτε μας για τη δομή, τον χαρακτήρα, τη στόχευση του βιβλίου σας.
Το φιλοσοφικό θέατρο υπήρξε καρπός της φιλοσοφίας και του θεάτρου, δύο τομέων του πολιτισμού με εκλεκτική συγγένεια όπως θα έλεγε ο Γκέτε. Συγκεκριμένα, πέρα από τον διάλογο, που αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ φιλοσοφίας και θεάτρου, κοινή υπήρξε επίσης η μοίρα τους κατά την ιστορική τους διαδρομή. Το βιβλίο μου απαρτίζεται από δύο μέρη. Στο Πρώτο Μέρος περιγράφεται η γέννηση της φιλοσοφίας και του θεάτρου -των δυο μεγαλύτερων πνευματικών επιτευγμάτων των Ελλήνων, όπως επισήμανε ο Νίτσε- και η συμπόρευσή τους από την ώρα της εμφάνισής τους στην Ιστορία έως σήμερα. Στο Δεύτερο Μέρος, προκειμένου ο αναγνώστης να έχει άμεση εποπτεία περί του τι είναι το φιλοσοφικό έργο, παρατίθενται τέσσερα θεατρικά έργα μου: «Το κορίτσι βασιλιάς», που αναφέρεται στον πλάνητα βίο, τις ιδέες και το άδοξο τέλος του Καρτέσιου, του πατέρα της Νεότερης Φιλοσοφίας, «Συντηρητής φακών», με θέμα τον βίο και τις ιδέες του Μπαρούχ Σπινόζα, του κατ’ εξοχήν προδρόμου του Διαφωτισμού, «Η τελευταία έξοδος», που περιστρέφεται γύρω από τη δράση και τη διδασκαλία του Ανρί Μπερξόν, ο οποίος με το επαναστατικό σύστημά του και τον αντιακαδημαϊκό τρόπο διατύπωσής του έδωσε νέα διάσταση στη φιλοσοφία και «Τυχαίοι έρωτες» όπου αναδεικνύονται οι ιδέες και ο αντισυμβατικός τρόπος ζωής του Ζαν-Πολ Σαρτρ, του κορυφαίου φιλοσόφου του υπαρξισμού.
Η δύναμη συνίσταται στην ικανότητά σου να αδιαφορείς για τον εαυτό σου
● Θεωρείτε ότι η εκπαίδευση -σε όλες τις βαθμίδες, και στην πανεπιστημιακή φυσικά- ωθεί τα παιδιά και τους νέους ν’ ασχοληθούν και να κατανοήσουν τη φιλοσοφία και το θέατρο; Εφοδιάζει με τα απαραίτητα εργαλεία να κατακτήσουν αυτούς τους τομείς;
Δυστυχώς όχι. Και δεν το λέω αυτό όχι μόνο γιατί η φιλοσοφία και το θέατρο καλύπτουν ένα αμελητέο τμήμα της εκπαίδευσης, αλλά και διότι ο τρόπος διδασκαλίας αυτών είναι ανεπαρκής. Κρίμα όμως. Γιατί η φιλοσοφία και το θέατρο ανοίγουν τον ορίζοντα του μυαλού και της ψυχής. Η φιλοσοφία δεν έχει στόχο να μας περιγράψει ως έχουν τα πράγματα, με τα οποία ούτως ή άλλως είμαστε εξοικειωμένοι, αλλά να μας πει πώς θα μπορούσαν ή πώς θα έπρεπε να είναι αυτά. «Φιλοσοφώ» σημαίνει γίνομαι δημιουργός ενός κόσμου διαφορετικού από την πραγματικότητα της καθημερινής μου διαβίωσης, στην οποία είμαι εγκλωβισμένος. Η αποστολή του θεάτρου εξάλλου είναι να μας κάνει να σκεφτόμαστε και να αισθανόμαστε διαφορετικά από ό,τι πριν δεχτούμε την ευεργετική του επίδραση. Οταν παρακολουθήσεις μια θεατρική παράσταση, λέει η σπουδαία Γαλλίδα ηθοποιός Ιζαμπέλ Ιπέρ, η καθημερινή σου ζωή σού φαίνεται μετά ακόμα πιο κοινότοπη – και άρα πιο άχαρη.
Εσείς όταν ήσασταν καθηγητής παροτρύνατε τους φοιτητές σας να ασχοληθούν με τον θεατρικό λόγο και τη θεατρική πράξη;
Οχι, δεν τους παρότρυνα, υπό την έννοια ότι δεν προσπαθούσα να τους εξηγήσω ξερά τη σημασία του θεάτρου, ώστε να πάνε εκεί. Τους το έδειχνα. Αγωνιούσα να τους δείξω βιωματικά πόσο σημαντικό πράγμα είναι το θέατρο. Δεν έμπαινα στην αίθουσα ή στο αμφιθέατρο να τους πω το μάθημά μου διεκπεραιωτικά, αλλά κοιτούσα να τους το παραστήσω όπως ο ηθοποιός ερμηνεύει τον ρόλο του στη σκηνή και να καταλάβουν έτσι ότι το σημαντικό δεν είναι τι θα πεις, αλλά πώς θα το πεις. Θα ρωτήσετε: μέσα από τον παραστατικό τρόπο του μαθήματός μου έσπευδαν οι φοιτητές μου να πάνε στο θέατρο; Οχι βέβαια. Τους μετέφερα όμως, προσπαθούσα να τους μεταφέρω, το βίωμα που μπορεί να προσφέρει μια θεατρικού τύπου παράσταση. Γιατί εκλάμβανα το μάθημά μου σαν μια μορφή θεατρικής παράστασης. Επιτρέψτε μου μια σύντομη αναφορά εδώ. Ο πατέρας μου ήταν μετανάστης στην Αφρική. Εχοντας πάει ώς την Τρίτη Δημοτικού, δεν είχε ιδέα από θέατρο. Οταν κάποτε τον πήγε κάποιος να δουν ένα έργο που είχε έρθει να παίξει ένας θίασος από την Ελλάδα, συγκλονίστηκε βλέποντας στη σκηνή τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος έβγαζε τα μάτια του. Ούτε τον ηθοποιό που έβγαλε τα μάτια του είχε υπόψη του, ούτε ποιος ήταν ο θίασος έμαθε, ούτε ποιο ήταν το έργο ήξερε. Το βίωμα όμως που εισέπραξε από ό,τι συνέβη στη σκηνή τού έμεινε για πάντα στη ζωή του. Ιδού η μαγεία του θεάτρου!
● Πρύτανης, καθηγητής Φιλοσοφίας, συγγραφέας, ηθοποιός, πολιτικός. Πώς καταφέρατε να συνταιριάξετε όλες αυτές τις ιδιότητες; Αν ήσασταν υποχρεωμένος να εγκαταλείψετε κάποια από αυτές, ποια θα ήταν;
Είμαι απλώς αυτά που είπατε – χωρίς, για να μην παρεξηγηθώ, να υποστηρίζω ότι είμαι καλός κάνοντάς τα. Οφείλω όμως να πω ότι για κάθε μία από τις ιδιότητές μου αυτές δούλεψα σκληρά. Και συνεχίζω να δουλεύω σκληρά – κι ακατάπαυστα. Πιστεύω στη δουλειά. Μόχθος και πάλι μόχθος και ξανά μόχθος, όπως έλεγε ο Σοπενχάουερ. Αν με ρωτάτε τώρα ποια από τις ιδιότητές μου θα εγκατέλειπα, μμμ… θα σας έλεγα εκείνη του πολιτικού.
● Εχετε παίξει στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Εχετε εκτεθεί στο σανίδι και στον φακό. Δεν φοβηθήκατε μήπως τρωθεί το κύρος σας;
Αν φοβήθηκα λέει! Οχι για το κύρος μου πάντως. Το κύρος, προσέξτε, είναι μια παγίδα. Νομίζεις ότι προφυλάσσεις τον εαυτό σου προστατεύοντας το κύρος σου. Δεν φυλάς τον εαυτό σου όμως παρά εκθέτοντάς τον – «δίνοντάς τον» όπως λέει ο Σέξπιρ. Η δύναμη συνίσταται στην ικανότητά σου να αδιαφορείς για τον εαυτό σου. Αν δεν έχεις το σθένος να είσαι αρνητικός με τον εαυτό σου, δεν θα γίνεις ποτέ δημιουργικός. Εκείνο που φοβόμουνα βγαίνοντας στη σκηνή ήταν τα μάτια των θεατών, έτοιμα να με κατασπαράξουν. Για την «επιβίωσή» μου φοβόμουνα και γι’ αυτήν εξακολουθώ να τρέμω πάνω στη σκηνή.

● Σας είδαμε πέρσι τέτοιον καιρό περίπου στο «Θέατρο Τζένη Καρέζη» στην τζαζ παράσταση «Τυχαίοι έρωτες του Ζαν- Πολ Σαρτρ». Θα σας ξαναδούμε άμεσα;
Ναι, βέβαια. Στο Θέατρο Μπέλλος, τον ερχόμενο χειμώνα, στο έργο «Συντηρητής φακών».
● Πως σχολιάζετε την αντίδραση των πρυτανικών αρχών του ΑΠΘ για το πρόσφατο πάρτι εντός της πανεπιστημιούπολης;
Χωρίς βέβαια να συναινώ σε αιματηρά γεγονότα και σε καταστροφές στα ΑΕΙ, δεν θεωρώ την καταστολή ενδεδειγμένο μέτρο σωφρονισμού. Διαλύθηκαν οι φοιτητικές παρατάξεις, κατεστάλησαν οι οργανωμένες από τους φοιτητικούς συλλόγους αντιδράσεις, πνίγηκαν οι φωνές διαμαρτυρίας. Και λοιπόν, γίνανε τα πράγματα καλύτερα; Δείτε τα ποσοστά αποχής των νέων από τις εκλογές και συγκρίνετέ τα με τα ποσοστά της αποχής κατά την εποχή των αναταράξεων στα Πανεπιστήμια. Απογοητευτική αδιαφορία σήμερα – και άκρως επικίνδυνη.
● Υπάρχει κάποιο επεισόδιο από την παιδική ζωή σας το οποίο σας καθόρισε;
Πώς, βέβαια. Από θεωρητική άποψη νιώθω ασφαλώς θαυμασμό για όσα έχουν πετύχει διαχρονικά οι Ελληνες στον πολιτισμό και στα πεδία των μαχών και περηφάνια που κατοικώ στη χώρα τούτη. Σε ανθρώπινο ωστόσο επίπεδο κυριαρχούν μέσα μου η συμπόνια και ο σεβασμός για τους Ελληνες. Κι αυτό χάρη σε μια εμπειρία της παιδικής μου ηλικίας, τότε που στη δεκαετία του 1950 ήρθαμε στην Ελλάδα με την οικογένειά μου – μια οικογένεια μεταναστών. Εντυπωσιάστηκα από τη φτώχεια των ανθρώπων γύρω μου. Οχι ότι ήμασταν εμείς πλούσιοι. Μια μεσοαστική οικογένεια ήμασταν, που απλά δεν δεινοπαθούσε. Βλέποντας με τα έκπληκτα παιδικά μάτια μου τη φτώχεια στους γύρω μου ένιωσα τρυφερότητα γι’ αυτούς, η οποία έκτοτε με ακολουθεί. Γι’ αυτό και όταν βλέπω στον τόπο μας πράγματα που με ενοχλούν, προσπαθώ να μη θυμώνω, να μη μισώ, να μην ξεσπώ – μόνο να καταλαβαίνω, όπως συμβούλευε ο Σπινόζα.
