Πέπλο αβεβαιότητας καλύπτει τόσο το όραμα της Ε.Ε. όσο και τη χρηματοδότηση του Σχεδίου για την Καταπολέμηση του Καρκίνου. Με αυτή τη μελανή… γλαφυρότητα περιγράφει το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο τόσο το παρόν όσο και το μέλλον του φιλόδοξου προγράμματος της Ε.Ε. για τη μείωση της δεύτερης σημαντικότερης αιτίας θανάτου στις χώρες της Ενωσης. Ο καρκίνος στις πάμπολλες μορφές ευθύνεται για 1,1 εκατ. θανάτους τον χρόνο στην Ε.Ε. (1,3 εκατ. το 2024!) και έχει έναν τεράστιο οικονομικό αντίκτυπο πάνω από 100 δισ. ευρώ τον χρόνο, που μελλοντικά μπορεί να επιφέρει ακόμη περισσότερες ανθρώπινες απώλειες και ακόμη ισχυρότερα πλήγματα στα συστήματα Υγείας των χωρών της.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) έβαλε στο μικροσκόπιο το πρόγραμμα κόστους 4 δισ. ευρώ που ξεκίνησε το 2021, στον απόηχο της πανδημίας, το λεγόμενο Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Καταπολέμηση του Καρκίνου (EBCP), και χθες έδωσε στη δημοσιότητα τα βασικά, καθόλου ενθαρρυντικά ευρήματά του. Σε αδρές γραμμές, το ΕΕΣ επισημαίνει τα εξής:
● Οι αδυναμίες στον σχεδιασμό του EBCP, που δεν περιλαμβάνει μετρήσιμους στόχους, οριστική ημερομηνία λήξης ή συνεκτικούς και κοινούς σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. δείκτες, δυσχεραίνουν την αξιολόγησή του και την εκτίμηση του μακροπρόθεσμου αντίκτυπού του.
● Κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η συνέχεια του σχεδίου μετά το 2027, δηλαδή στον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ε.Ε. 2028-2034, λέει το ΕΕΣ. Υπογραμμίζει με ανησυχία το γεγονός ότι ήδη ο προϋπολογισμός του προγράμματος «Η Ε.Ε. για την Υγεία» (EU4Health), που είναι η χρηματοδοτική ομπρέλα κάτω από την οποία μπήκε και το EBCP, το 2024 κόπηκε πάνω από 35%, δηλαδή κατά 1 δισ. ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι το πρόγραμμα EU4Health ξεκίνησε το 2021 με ετήσιο προϋπολογισμό 5,3 δισ. ευρώ, από το 2022 έπεσε στα 4,4 δισ. τον χρόνο και έχει συρρικνωθεί στα 3,5 δισ. τον χρόνο. Οι περικοπές έγιναν κυρίως υπέρ των κοινών πολεμικών δαπανών.
● Το σχέδιο δεν είχε σημαντική συμβολή στη μείωση των τεράστιων ανισοτήτων ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε. ως προς την πρόληψη του καρκίνου και τον προσυμπτωματικό έλεγχο. Για παράδειγμα, το μέσο ποσοστό εμβολιασμού των κοριτσιών κάτω των 15 ετών κατά του ιού HPV στην Ε.Ε. είναι 64 %. Ομως, τα ποσοστά κυμαίνονται από 7% στη Βουλγαρία μέχρι 91% στην Πορτογαλία. Για την Ελλάδα (όπως και για Ρουμανία, Πολωνία, Κροατία και Σλοβακία) δεν υπάρχουν στοιχεία. Η απόσταση αυτή, όπως και η τάση μείωσης στη Βουλγαρία και τις Βαλτικές χώρες, δείχνει πως ο στόχος του σχεδίου για 90% εμβολιασμό μέχρι το 2030 είναι εξαιρετικά αμφίβολος.
● Εξίσου μεγάλες παραμένουν οι διαφορές στα ποσοστά συμμετοχής στον προσυμπτωματικό έλεγχο για τον καρκίνο: από 75% και άνω σε Δανία, Φινλανδία, Σουηδία και Σλοβενία, έως 40% και κάτω σε Ρουμανία, Κύπρο, Σλοβακία, Ουγγαρία, Βουλγαρία, Λετονία και Πολωνία. Σε πάνω από τις μισές χώρες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, καταγράφονται τάσεις μείωσης των ποσοστών συμμετοχής.
● Το σχέδιο δεν μείωσε ούτε τις ανισότητες στην αντιμετώπιση του καρκίνου στο εσωτερικό των χωρών της Ε.Ε. Για παράδειγμα, στην Ιρλανδία, οι κάτοικοι των πιο μειονεκτικών περιφερειών αντιμετωπίζουν 43% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου πέντε χρόνια από τη διάγνωση καρκίνου σε σύγκριση με τους κατοίκους λιγότερο μειονεκτικών περιφερειών.
● Μεγάλες παραμένουν οι διαφορές στη γεωγραφική κατανομή των ογκολόγων μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η πυκνότητα των κλινικών ογκολόγων κυμαίνεται από 53 ανά 1 εκατ. κατοίκους στην Αττική έως 5,6 ανά 1 εκατ. κατοίκους στην πιο απομακρυσμένη περιφέρεια της Πελοποννήσου. Τα δύο τρίτα των ογκολογικών νοσοκομείων και κλινικών βρίσκονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά την πρόσβαση των ασθενών από την επαρχία σε υπηρεσίες διάγνωσης, θεραπείας και παρακολούθησης.
«Ο καρκίνος συγκαταλέγεται στις μεγάλες μάστιγες της εποχής μας. Ενας στους δύο Ευρωπαίους θα διαγνωσθεί με κάποια μορφή της νόσου στη διάρκεια της ζωής του», δήλωσε ο Klaus-Heiner Lehne, μέλος του ΕΕΣ και υπεύθυνος για τον έλεγχο. «Το ευρωπαϊκό σχέδιο για την καταπολέμηση του καρκίνου αποτελεί τη βασική στρατηγική της Ε.Ε. στον τομέα αυτό. Για να αξιοποιηθούν, όμως, πλήρως οι δυνατότητές του, απαιτούνται συνεπής εφαρμογή, σαφή ορόσημα και διασφάλιση της μελλοντικής χρηματοδότησής του», κατέληξε.
