Ο Γιάννης Χουβαρδάς είναι ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες. Εχει μια πολυκύμαντη θεατρική σταδιοδρομία. Το όνομά του κι ελάχιστα ακόμα βρίσκονται στην κορυφή της σκηνοθετικής πυραμίδας με μια διαδρομή αναγνωρισμένη και αδιαφιλονίκητη.
Ο Αργύρης Ξάφης ξεχωρίζει πάντα για το ταλέντο και τις δυναμικές ερμηνείες του. Ο ρόλος του δεν είναι απλά ένα προσωπείο, είναι μελέτη, πνευματική εγρήγορση, δόσιμο ψυχής.
Η συνάντησή μας έγινε στη γνωστή γωνιά της Πινακοθήκης Χατζηκυριάκου-Γκίκα που μας υποδέχεται πάντα τόσο φιλόξενα ανάμεσα σε πλήθος από έργα μιας ολόκληρης γενιάς.
● Πώς φτάσατε στη συνεργασία στο έργο «Ιβάνοφ»;
Γιάννης Χουβαρδάς: Ξεκίνησα να ανεβάσω έναν ακόμη Τσέχοφ. Από τα μεγάλα του έργα έμενε ο «Βυσσινόκηπος». Κάτι όμως δεν μου καθόταν σε αυτό το έργο τη συγκεκριμένη εποχή. Ξαναδιάβασα τον «Ιβάνοφ» και αγκυροβόλησα εκεί. Παρόλο που είναι πρωτόλειο έργο, έχει πολύ μεγάλες δυνατότητες. Είναι πολύ πιο ανοιχτό κι έτσι μπορεί κανείς να εκφραστεί περισσότερο προσωπικά μέσα από το έργο. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος είναι ένας άνθρωπος που είναι πάρα πολύ μέσα στην εποχή μας. Ζει σε μια κατάθλιψη που του έχει προκύψει πρόσφατα χωρίς να ξέρει την αιτία. Ξεκίνησε τη ζωή ακμαίος, ιδεολόγος, επαναστάτης, με τρομερή ενέργεια να ανατρέψει τα πάντα και να δημιουργήσει. Γύρω του υπάρχει ένας κόσμος που άλλοι είναι αδιάφοροι, άλλοι δεν έχουν καμία σχέση με τη δική του σκέψη, η ζωή τους είναι συμβιβασμένη και διαφορετική. Κυνηγάνε το χρήμα, τη δόξα, το εφήμερο. Εκείνος αγωνίζεται να καταλάβει τι του συμβαίνει, για ποιο λόγο ζει και αν έχει κάτι να προσφέρει, να βγάλει από μέσα του. Με τον Αργύρη γνωριζόμαστε από πάρα πολύ παλιά. Αυτό ήταν το βασικό κίνητρο για να αρχίσουμε τη συνεργασία.
Αργύρης Ξάφης: Η πρώτη ακρόαση που έκανα στη ζωή μου ήταν μπροστά στον Γιάννη Χουβαρδά. Δεν ήμουν ούτε 21 χρόνων, το 1997. Πήγα στο θέατρο «Αμόρε», στην Πριγκιποννήσων, με φόβο. Δεν ήξερα τι θα συναντήσω, ούτε ποιος θα με δει ακριβώς. Ηξερα ότι ο Γιάννης είχε καλέσει όλους τους ηθοποιούς έως 27 χρόνων. Ελεγα «Χαρά στο κουράγιο του που θα δει τόσο κόσμο». Θυμάμαι μάλιστα την υποδοχή. Με έπιασε κατευθείαν. Ακουγα ραπ, ροκ, έπαιζα μουσικές σε μαγαζιά. Μου άρεσε πολύ αυτό. Ηταν η πρώτη και η μοναδική ακρόαση που έδωσα για καλή μου τύχη. Ο Γιάννης με πρότεινε στον Θωμά Μοσχόπουλο.
Γ. Χ.: Αυτό που είδα τότε ήταν ότι ο Αργύρης ήταν ένα φυσικό ταλέντο. Ακατέργαστο προφανώς ακόμη τότε. Δεν θυμάμαι για ποιον λόγο δεν τον πήρα εγώ, αλλά είδα αμέσως ότι θα ταίριαζαν πολύ.
Α. Ξ.: Συνεργαστήκαμε επί 10-11 χρόνια.
● Κύριε Χουβαρδά, πετύχατε τον σκοπό της ανανέωσης του θεάτρου;
Γ. Χ.: Ποιος μπορεί να το πει αυτό; Ξεκίνησα από την αρχή με αυτή τη λογική. Οταν έφτιαξα το «Αμόρε», όταν δούλεψα στο Εθνικό. Στόχος μου ήταν να υπάρχει πάντα δίαυλος που να επιτρέπει στους νέους ανθρώπους και αυτούς που είχαν φρέσκιες ιδέες να εκφραστούν.
Α. Ξ.: Θα μιλήσω εγώ για τον Γιάννη. Δεν είναι κρυφό το ότι οι καλλιτέχνες, ηθοποιοί και σκηνοθέτες που αυτή τη στιγμή είναι στην πρώτη γραμμή του ελληνικού θεάτρου είναι εκείνοι που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο βρέθηκαν στο «Αμόρε» ή στο Εθνικό. Ο Γιάννης υπήρξε ένας πολύ σοβαρός –κατά τη γνώμη μου ο πιο σημαντικός– καταλύτης στην ανανέωση του θεάτρου. Ο χώρος που έδωσε. Ποιος άλλος έδωσε χώρο στο δικό του θέατρο σε άλλους ανθρώπους να μπουν και να πάρουν τα ηνία; Οι περισσότεροι φυλάχτηκαν και κλείστηκαν ακόμη περισσότερο. Αδιαμφισβήτητα μπορεί να έκαναν μεγάλο έργο. Αλλά το να δώσεις κομμάτι δικό σου είναι μεγάλο πράγμα.
Γ. Χ.: Για μένα ήταν πάρα πολύ σημαντικό το να μην είμαι μόνο εγώ. Είχαμε συλλογική καλλιτεχνική διεύθυνση. Ηταν κι άλλες εποχές από πλευράς χρηματοδοτήσεων. Τότε οι επιχορηγήσεις ήταν ουσιαστικές.
● Είστε κατευναστικός άνθρωπος;
Γ. Χ.: Ο Θεός ξέρει.
Α. Ξ.: Οταν έχει να κάνει με θηριοτροφεία θιάσων 20-25 ατόμων και άλλους 15-20 συντελεστές…
Γ. Χ.: Αν δεν μπορέσεις να συνυπάρξεις με τους άλλους ανθρώπους, δεν μπορείς να κάνεις δουλειά. Το «θηριοτροφείο» που λέει ο Αργύρης είναι πολύ σωστό, αλλά δεν μπορείς να λειτουργείς ως θηριοδαμαστής. Εγώ δεν μπόρεσα ποτέ. Υπάρχουν στιγμές που ξεσπάω κι έχω ένταση.
● Κάθε ηθοποιός κουβαλά τον χαρακτήρα του. Εχεις να κάνεις με διαφορετικούς ανθρώπους.
Γ. Χ.: Είναι κι αυτό μια τέχνη.
Α. Ξ.: Ο Γιάννης δουλεύει με ανθρώπους που ξέρει πώς δουλεύουν. Δεν τραβάει ζαριές στο πουθενά. Επίσης, υπάρχει κι από εμάς σεβασμός, χωρίς να κάνει κάτι φοβερό. Αυτό το έχει κερδίσει. Ξέρουμε όλοι ότι έχει φτιάξει έναν χώρο που είναι ασφαλής για μας. Σε οποιαδήποτε σκηνή θα έχει φροντίσει να μεταδώσει το κάθε τι μήνες πριν, έτσι ώστε οτιδήποτε να θέλουμε να κάνουμε να μη μας λείπει. Αυτό πρέπει κάπως να του το ανταποδώσεις.
Γ. Χ.: Είναι η καλοσύνη του Αργύρη που τα λέει αυτά. Το πιο σημαντικό είναι για μένα να έχω καλές σχέσεις με τους συνεργάτες μου. Πολλές φορές το έχω προτεραιοποιήσει έναντι του να έχω καλό αποτέλεσμα στην παράσταση.
● Αργύρη, στη σκηνή ένας ηθοποιός είναι ο εαυτός του;
Α. Ξ.: Είσαι ο εαυτός σου σε ειδικές συνθήκες, θα πω. Στην πραγματική ζωή δεν θα είσαι ποτέ έτσι.
● Τους νέους ηθοποιούς τους τραβάει περισσότερο η δημοσιότητα παρά το ίδιο το επάγγελμα;
Α. Ξ.: Υπάρχουν πάρα πολλοί ηθοποιοί. Η αντικειμενική αλήθεια είναι ότι αυτοί που περιγράφετε κάνουν περισσότερο θόρυβο. Πάρα πολλοί ηθοποιοί δεν έχουν καμία σχέση με αυτό. Δεν τους τραβάνε τα φώτα και η δημοσιότητα. Εχουν στραφεί με μια περισσότερη αφοσίωση και θυσία –γιατί οικονομικά είναι δύσκολα τα πράγματα– στο θέατρο. Απλώς αυτοί είναι πιο ήσυχοι και δεν εμφανίζονται τόσο στα Μέσα. Αλλά στον χώρο του θεάτρου είναι παρόντες και σε πολύ σοβαρότερες παραγωγές.
Γ. Χ.: Κανένας δεν θα απαρνηθεί το θέατρο. Εγώ θα μιλήσω λίγο πιο σκληρά από τον Αργύρη γιατί αυτός έρχεται ως καθηγητής σε επαφή με τα νέα παιδιά και τους κατανοεί περισσότερο. Αυτό που παρατηρώ τα τελευταία χρόνια με τους ηθοποιούς είναι ότι έχουν «αλλαξοπιστήσει». Είναι πολύ πιο εύκολο να στραφούν –όχι τόσο για λόγους δημοσιότητας όσο από οικονομική ανάγκη– προς την τηλεόραση. Αλλά βλέπω και κάτι άλλο που επίσης μου έχει κάνει εντύπωση. Δεν βλέπω κανέναν ηθοποιό που, ανάμεσα σε μια ταινία και μια παράσταση, θα διαλέξει την παράσταση.
Α. Ξ.: Εγώ. Δεν πήγα και σε σίριαλ που έκανε μεγάλη επιτυχία γιατί το είχα υποσχεθεί.
Γ. Χ.: Εντάξει, εσύ έχεις μια περίεργη διαστροφή, αλλά τώρα σε εκτιμώ περισσότερο (γέλια).
● Ανταποκρίνεται ο σημερινός πολιτισμός στα ιδεώδη;
Α. Ξ.: Το σημαντικότερο για μένα είναι ότι σίγουρα δεν υπάρχει καμία αίσθηση πολιτιστικού σχεδιασμού και πολιτικής. Πού θα ήθελαν οι από πάνω να πάει ο πολιτισμός μας; Από εκεί και πέρα υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Εγώ, ας πούμε, είμαι αρκετά αντίθετος με τον τρόπο που κινείται το υπουργείο Πολιτισμού σε όλα τα επίπεδα. Με τις επιχορηγήσεις, τις επιλογές, με το προεδρικό διάταγμα, θέμα που αντιμετωπίσαμε και τελικά λύθηκε στο ΣτΕ. Διότι ήταν γεγονός ότι δεν στήριξε το υπουργείο την ίδια του τη δουλειά: υπό την αιγίδα του υπουργείου είναι οι σχολές, δεν είναι δικές μου, και δεν τις στήριξε. Την ίδια στιγμή, βλέπω κάθε μέρα ανακοινώσεις στο Facebook του υπουργείου ότι έδωσαν άλλα 30 εκατομμύρια στην αναστήλωση του υποστηρίγματος του δεύτερου ξωκλησιού στην Ιερά Μονή τάδε ή για να γίνει καφετέρια στο μουσείο που δεν πατάει κανένας. Ακούμε ότι δόθηκαν 2 δισ. στον πολιτισμό και το 99% από αυτά στον πολιτισμό που έχει πεθάνει. Ενώ αυτόν που ζει τον οδηγείς προς το πουθενά. Εμένα αυτό με θυμώνει. Γιατί ο πολιτισμός μου αρέσει και θεωρώ ότι στη χώρα μου υπάρχουν τρομακτικές δυνατότητες. Οχι μόνο στο θέατρο. Στα εικαστικά, στη μουσική. Αλλά παντού είναι ο καθένας μόνος του. Δεν υπάρχει κάτι που θα σου τονώσει την αυτοπεποίθηση και θα σε σπρώξει.
Γ. Χ.: Συμφωνώ απόλυτα στη διαπίστωση για την έλλειψη μιας ενιαίας πολιτιστικής πολιτικής και ενός οράματος. Ο σύγχρονος πολιτισμός είναι φτωχός συγγενής σε σχέση με τον αρχαίο και τον παραδοσιακό. Εγώ νιώθω ότι συνολικά ζούμε σε μια εποχή που είναι αντιπολιτιστική. Ο κόσμος είναι σε μια πολύ σκοτεινή φάση. Ο πολιτισμός θα μπορούσε να δώσει ένα φως, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν φωτεινές κυβερνήσεις. Υπάρχει μόνο χρήμα και το κυνήγι του, διαφθορά και μια επιβουλή των ανθρώπων ο ένας για τον άλλο. Μιλάμε για τον περισσότερο κόσμο. Υπάρχουν μειοψηφίες που παλεύουν ενάντια σε αυτό. Ο περισσότερος κόσμος δεν δίνει καμία σημασία για το περιβάλλον, τον πλανήτη, εκεί που θα ζήσουν τα παιδιά. Ακούγοντας και βλέποντας ό,τι επικρατεί αυτή τη στιγμή παγκοσμίως, σκέφτομαι πως αυτό είναι ο τόνος του Τραμπ κι αυτό και μόνο είναι ανατριχιαστικό. Για ποιον πολιτισμό μιλάμε; Ετσι κι αλλιώς θα ήταν μια λαμπάδα που κάποια στιγμή θα φύσαγε ένα αεράκι και θα έσβηνε, αλλά έστω αυτή η λαμπάδα μπορούσε να δώσει σε κάποιους ανθρώπους ένα νόημα στη ζωή τους που τώρα δεν δίνει.
● Πιστεύετε ότι θα έχει απήχηση ο «Ιβάνοφ»;
Γ. Χ.: Παλεύουμε για αυτό. Οι ηθοποιοί δίνουν ένα κομμάτι απ’ τη ζωή τους για να παιχτεί αυτή η παράσταση. Υπερασπίζονται τον εαυτό τους πάνω στη σκηνή, γιατί θέλουν να πουν κάποια πράγματα.
Α. Ξ.: Μεταθέτοντας αυτό που περιέγραψε ο Γιάννης ως «τόνο του Τραμπ», στον κόσμο του έργου υπάρχει ο τόνος ενός υπερενισχυμένου εγώ που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι και τους οδηγεί σε μία θηριώδη συμπεριφορά αν τους δεις από μια άλλη οπτική. Και ξαφνικά αυτό συμβαίνει κάπως με αυτόν τον ήρωα. Δεν ξέρουμε γιατί του έχει συμβεί. Αποστασιοποιήθηκε από αυτόν τον κόσμο, ο οποίος τώρα πια του φαίνεται σχεδόν τερατόμορφος και πολύ μακριά σε σχέση με όλα τα ιδανικά του. Οι υπόλοιποι είναι σαν να φωνάζουν όλοι σε αυτόν τον τόνο «Εγώ, τα δικά μου, ο εαυτός μου, η ζωή μου». Αυτό το πράγμα τον αποξενώνει, τον βγάζει από το κοινωνικό σύνολο. Οταν βγεις από την κοινωνία, είναι πάρα πολύ δύσκολο να είσαι χαρούμενος και να περνάς τις μέρες σου ανώδυνα. Και ο ίδιος είναι μέσα σε έναν μόνιμο πονοκέφαλο, μια οχλαγωγία. Τα μάτια του δεν βλέπουν κανονικούς ανθρώπους, αλλά τέρατα.
Γ. Χ.: Για μένα αυτό το έργο εκφράζει την απελπισία του σύγχρονου ανθρώπου. Ολοι μας ξεκινάμε τη ζωή μας με όνειρα, φιλοδοξίες, επαναστατική διάθεση, ανατρεπτικό πνεύμα, αλλά πόσοι από εμάς το συνεχίζουν αυτό ή το μετατρέπουν σε ένα δημιουργικό ρεύμα που βοηθάει την κοινωνία; Οι περισσότεροι συμβιβάζονται. Αρχίζουν να κυνηγούν το χρήμα ή την επιβίωση, ξεχνιούνται. Κατασπαράσσουν ο ένας τον άλλο. Το έργο έχει πολλά σύγχρονα μηνύματα χωρίς να είναι διδακτικό. Ο Τσέχοφ έχει αυτό το μεγάλο προτέρημα. Ανοίγει μπροστά σου όλη τη ζωή χωρίς να σε διδάσκει. Διαλέγεις και φαντάζεσαι ό,τι θέλεις.
Ο Ιβάνοφ είναι για μένα ένας πρωτοποριακός ρόλος για την εποχή του. Ο Τσέχοφ προσπαθούσε τότε να πάρει αποστάσεις από το λογοτεχνικό πρότυπο της εποχής. Στην πορεία τον ξανάγραψε τον «Ιβάνοφ» δύο και τρεις φορές, γιατί απέτυχε στην πρώτη παράσταση, αλλά και ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένος με το πώς κατέληξε το έργο. Γι’ αυτό με ενδιέφερε: είναι ένα έργο με ανοιχτή φόρμα, που μιλάει για την αποτυχία του ανθρώπου, όπως όλα τα έργα του Τσέχοφ. Ο Ιβάνοφ αποτυγχάνει με έναν τρόπο που είναι πάρα πολύ ανθρώπινος και αυτό μας αφορά όλους.
