Από το βράδυ του Σαββάτου, που γνωστοποιήθηκε η ύπαρξη των οκτώ φωτογραφιών, έπρεπε η κυβέρνηση, αρμοδίως, ολοταχώς και υπεύθυνα, να κινηθεί τουλάχιστον προς την κατεύθυνση ελέγχου της γνησιότητάς τους. Με τη διευκρίνηση πως, εφόσον διαπιστωθεί η αυθεντικότητα, θα είναι αυτονόητη η απόκτησή τους από το ελληνικό κράτος, και μάλιστα ολόκληρου του σώματος –και των οκτώ– όχι αποσπασματικά, όπως πλειστηριάζονται στην ηλεκτρονική αγορά. Ολες μαζί, όπως τα πολύτιμα ιστορικά πειστήρια που φωτίζουν αφώτιστες ακόμα πτυχές της Ιστορίας μας· δεν απαιτούμε από τους Αγγλους επιστροφή ενός μόνο γλυπτού του Παρθενώνα.
Το ιστορικό βάρος των οκτώ φωτογραφιών μελλοθανάτων, μπροστά στο γερμανικό απόσπασμα, πατριωτών κομμουνιστών, από τους 200 εκτελεσμένους στο Σκοπευτήριο Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 είναι, πέρα από κάθε σχολιασμό, ιστορική παρατήρηση και πολιτική θέση, κτήμα της Ιστορίας του τόπου που πρέπει να αποδοθεί, με το αυθεντικό του κύρος, στην Ιστορία, με ενεργή παρέμβαση –θεσμική και μόνο, άλλοι λόγοι δεν χωρούν– της νόμιμης κυβέρνησης του τόπου, διά των καθ’ ύλην αρμόδιων υπουργείων.
Και μόνο το γεγονός, όπως είδα στα σχετικά χθεσινά δημοσιεύματα, ότι έως το Σάββατο αγνοούσαμε πως υπήρχαν φωτογραφικά ντοκουμέντα αυτής της ηρωικής στιγμής των Ελλήνων της Εθνικής Αντίστασης και ότι την «εικονιστική» μνήμη του γεγονότος αποτύπωναν με φαντασία, ίσως και κάποιες περιγραφές μαρτύρων, χρωστήρες εικαστικών καλλιτεχνών, βεβαιώνει την ανεκτίμητη αξία του ευρήματος· πρόσθετος λόγος για τον οποίο το ελληνικό Δημόσιο πρέπει να σπεύσει.
Χθες το μεσημέρι πάντως, που παρέδωσα το κείμενο προς δημοσίευση, η δημοπρασία φερόταν να έχει λήξει από τον ίδιο τον Βέλγο πωλητή. Χωρίς όμως να ήταν γνωστό, εάν οι φωτογραφίες πουλήθηκαν ή εάν είχε γίνει κάποια κίνηση από την ελληνική πολιτεία να τις εξασφαλίσει· αναφέρθηκε πάντως το όνομα του προέδρου της Βουλής. Οσο για την καταγγελία της Δημοτικής Αρχής Καισαριανής, ότι άγνωστοι βανδάλισαν το «Μνημείο των 200 στο Σκοπευτήριο», ε κάποιοι σκώληκες παρασιτούν σε γερά δέντρα…
