Η Ρεάλ Μαδρίτης συγκεντρώνει πάλι πάνω της όλα τα βλέμματα. Με διαφορετικό τρόπο όμως από αυτόν που συνήθιζε η 15άκις πρωταθλήτρια Ευρώπης. Οι ποδοσφαιρόφιλοι περιμένουν από τον σύλλογο αυτό να είναι μεταξύ των οκτώ καλύτερων της Ευρώπης, δεδομένου του ονόματος και των επενδύσεών του. Ομως φαίνεται ότι η… αναστολή έχει γίνει πλέον κανόνας, με τη Ρεάλ να καλείται για δεύτερη σερί σεζόν να μετάσχει στα νοκ άουτ πλέι-οφ του Τσάμπιονς Λιγκ. Το 2-4 από την Μπενφίκα στη Λισαβόνα ήταν η 8η ήττα της από τότε που αποχώρησε ο Κάρλο Αντσελότι, τον περασμένο Μάιο. Εκτοτε η Ρεάλ Μαδρίτης χάνει σχεδόν το ένα από τα δύο διεθνή παιχνίδια της.
Κοιτάζοντας πίσω, η επιρροή του Αντσελότι είναι ξεκάθαρη, όπως και αυτή του Ζινεντίν Ζιντάν που οδήγησε τους «μερένγκες» στην κατάκτηση τριών Τσάμπιονς Λιγκ το διάστημα 2016-18. Γιατί ταίριαξαν οι δυο τους τόσο πολύ στον συγκεκριμένο σύλλογο; Αμφότεροι κάποτε έπαιζαν μπάλα στο πλευρό εξαιρετικών ποδοσφαιριστών. Ο Αντσελότι αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες του Αρίγκο Σάκι στη Μίλαν. Ο Ζιντάν σκόραρε νικητήρια τέρματα σε τελικούς Παγκόσμιου Κυπέλλου και Τσάμπιονς Λιγκ. Ανθρωποι με τέτοια αύρα απολαμβάνουν τον σεβασμό των καλύτερων.
Στην καριέρα τους ως παίκτες, ο Αντσελότι και ο Ζιντάν ήταν μέλη ιδιαίτερα ταλαντούχων ομάδων. Αυτό τους επιτρέπει να αποτιμήσουν με ακρίβεια τις αρετές των τοπ ποδοσφαιριστών και να χειριστούν τις αδυναμίες τους. Γνωρίζουν από πρώτο χέρι τι χρειάζεται προκειμένου να προκύψει μια δεμένη ομάδα από αυτούς τους χαρακτήρες.
Ο Τσάμπι Αλόνσο έχει το ίδιο προφίλ. Αμυντικός μέσος που άφησε εποχή, κέρδισε τα πάντα με τους συλλόγους του και την Εθνική Ισπανίας. Είναι ουσιαστικά ο Αντσελότι μείον δύο δεκαετίες πείρας. Μέχρι τώρα, ο Αλόνσο είχε σχεδιάσει προσεκτικά την καριέρα του. Πιστεύω ότι γνώριζε καλά το ρίσκο που έπαιρνε όταν μετακόμισε στη Ρεάλ Μαδρίτης. Το πείραμα προς το παρόν απέτυχε, όμως του προσέφερε ανεκτίμητα μαθήματα για τη συνέχεια.
Στη Λεβερκούζεν, ο Αλόνσο ήταν ο μοναδικός σταρ της ομάδας και είχε τον απόλυτο έλεγχο. Επηρεασμένος από τον δικό του τρόπο παιχνιδιού, πρόσφερε σταθερότητα στην ομάδα. Οι παίκτες εφάρμοζαν τις ιδέες του ευχαρίστως, ακόμα κι αν μερικά στοιχεία της επιθετικής ανάπτυξης χρειάζονταν ακόμα βελτίωση. Μετά τις νίκες στην αρχή της σεζόν, η πεποίθηση έγινε βαθιά πίστη. Επιπλέον, κανείς στον σύλλογο δεν περίμενε τίτλους – οι ίδιοι αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Vizekusen (η μονίμως δεύτερη Λεβερκούζεν). Υπό τον Αλόνσο, η Λεβερκούζεν κατέκτησε για πρώτη φορά στην ιστορία της την Μπουντεσλίγκα και πανηγύρισε το νταμπλ Γερμανίας χωρίς ούτε μία ήττα.
Αυτές βέβαια δεν ήταν κακές συστάσεις, όμως η Ρεάλ Μαδρίτης δεν είναι Λεβερκούζεν. Το πνεύμα του Αλφρέδο ντι Στέφανο, που οδήγησε την ομάδα σε 5 Κύπελλα Πρωταθλητριών (από το 1956 έως το 1960), παραμένει ζωντανό στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου». Και αν η Μπάγερν Μονάχου αποκαλείται «σύλλογος των παικτών», η ιδιότητα αυτή στη Ρεάλ Μαδρίτης είναι ακόμα πιο έντονη – το νιώθουν στο πετσί τους οι εκάστοτε προπονητές. Ο πρόεδρος Φλορεντίνο Πέρεθ είναι ισχυρότατος και ξοδεύει πολλά χρήματα στους αστέρες του. Μόνο στη Σαουδική Αραβία θα μπορούσαν ο Κιλιάν Μπαπέ ή ο Βινίσιους Ζούνιορ να εισπράξουν μεγαλύτερα συμβόλαια. Αν ένας από τους παίκτες του δεν κατακτήσει τη Χρυσή Μπάλα, ο πρόεδρος προσβάλλεται και ματαιώνει την παρουσία του συλλόγου του στην εκδήλωση.
Θεωρεί τους προπονητές αναλώσιμους, κάτι που αυξάνει τον βαθμό δυσκολίας στην τεχνική ηγεσία της Ρεάλ Μαδρίτης. Το να παίξουν ομαδικό ποδόσφαιρο οι Γκαλάκτικος είναι άθλος. Αυτό που εισπράττουν και εφαρμόζουν οι παίκτες της Λεβερκούζεν, οι Μαδριλένοι το θεωρούν περιορισμό της ατομικότητας και της ελευθερίας τους.
Ακόμα και ο Special One δυσκολεύτηκε με τους κανόνες αυτούς. Ο Ζοσέ Μουρίνιο, αντίπαλος τώρα της Ρεάλ Μαδρίτης στα πλέι-οφ, βρέθηκε κάποτε στον πάγκο της. Οταν ανέλαβε την τεχνική της ηγεσία το 2010, βρισκόταν στο ζενίθ της καριέρας του, έχοντας μόλις κατακτήσει το τρεμπλ με την Ιντερ. Το «αριστούργημά» του ήταν ο αποκλεισμός της Μπαρτσελόνα του Πεπ Γουαρδιόλα από τη διοργάνωση, βάζοντας το πούλμαν μπροστά στο τέρμα των «νερατζούρι» στο «Καμπ Νόου». Κανένας πριν ή έκτοτε δεν το επιχείρησε αυτό με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Με το τελευταίο σφύριγμα του διαιτητή, ο Μουρίνιο έκανε σπριντ, πανηγυρίζοντας σαν τρελός τη νίκη του σε μια αμυντική μάχη.
Ο Μουρίνιο είναι συνώνυμο της ισχυρής ηγετικής προσωπικότητας. Ηξερε ότι ο μοναδικός τρόπος για να νικήσει την παντοδύναμη τότε Μπαρτσελόνα ήταν με τη δική του μέθοδο. Ομως η Ρεάλ δεν είναι ομάδα που κλείνεται στην περιοχή της. Για να πείσει τους παίκτες για την τακτική του, χρησιμοποίησε κάθε μέσο. Ετσι, τους παρέταξε επιθετικά κατά της Μπαρτσελόνα – για να τους αποδείξει ότι δεν θα κερδίσουν τίποτε με τον τρόπο αυτό. Και η Ρεάλ έχασε 0-5!
Η συντριβή εκείνη βοήθησε τον προπονητή να εφαρμόσει τη δική του, προσηλωμένη στα αποτελέσματα, φιλοσοφία επί δύο σεζόν. Μάλιστα, στην εποχή ηγεμονίας της Μπαρτσελόνα κατέκτησε ένα πρωτάθλημα Ισπανίας και οι 100 πόντοι που μάζεψε τότε η Ρεάλ παραμένουν ρεκόρ στη χώρα μέχρι και σήμερα. Το στιλ του Μουρίνιο όμως, ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά του, παραμένει αγχωτικό για το σώμα και το πνεύμα. Το να αναγκάζει κανείς τη Ρεάλ να παίζει αμυντικά είναι μακροπρόθεσμα αδύνατο.
Το 2013, λίγο πριν από την αποχώρηση του Μουρίνιο, η απογοητευμένη ομάδα του έχασε 4-1 στο Ντόρτμουντ, στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Στην ταπεινωτική εκείνη ήττα, ο Τσάμπι Αλόνσο έγινε αλλαγή στο 80ό λεπτό κι έζησε από πρώτο χέρι πόσο ρίσκο εμπεριέχει το να επιβάλλεις στους παίκτες της Ρεάλ ιδέες που έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα τους.
Εχει ενδιαφέρον το πώς θα αναδημιουργηθεί η ομάδα στο εξής. Για να κατακτήσει ξανά την ευρωπαϊκή κορυφή, απαιτούνται ειδικές συνθήκες. Εχει περάσει η εποχή που αυθεντίες όπως οι Σέρχιο Ράμος, Λούκα Μόντριτς, Τόνι Κρόος, Καρίμ Μπενζεμά και Ρονάλντο αλληλοσυμπληρώνονταν για να δημιουργήσουν ένα σύνολο ανώτερο από το άθροισμα των μερών του. Ηταν η απόλυτη μορφή της ομαδικής δουλειάς. Ομως δεν είναι πλέον διαθέσιμο αυτό το ευφυές κράμα άμυνας, κέντρου και επίθεσης.
Επιπλέον, δεν είναι πλέον διαθέσιμος ο κατάλληλος προπονητής για τη Ρεάλ – ένας 50χρονος Αντσελότι για παράδειγμα. Οι καλύτεροι τεχνικοί της αγοράς είναι οι Πεπ Γουαρδιόλα, Μικέλ Αρτέτα και Λουίς Ενρίκε. Εχουν χάρισμα, κουβαλούν το γονίδιο του εξαιρετικού προπονητή και φέρουν τα απαραίτητα γαλόνια – χωρίς αυτά, λίγα μπορεί κανείς να πετύχει στο σύγχρονο ποδόσφαιρο και σίγουρα δεν μπορεί να επιζήσει μπροστά στους παίκτες της Ρεάλ. Ομως είναι και οι τρεις σταθεροί στις αρχές τους, ιδεολογικά επηρεασμένοι από τη σχολή της Μπαρτσελόνα.
Δεν θα ταίριαζαν στους Μαδριλένους. Η Ρεάλ πρεσβεύει την ελευθερία. Για τον λόγο αυτό, ο Φλορεντίνο Πέρεθ αντιμετωπίζει πλέον πρόβλημα. Πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές του στη μεταγραφική αγορά για να βρει παίκτες στην άμυνα και στο κέντρο ανάλογου star quality με τους Μπαπέ και Βινίσιους Ζούνιορ. Μόνο έτσι θα δημιουργηθεί ξανά μια πραγματική ομάδα, που να επιβάλει τον δικό της νόμο και την ιεραρχία, παιχνίδι με παιχνίδι. Μια ομάδα που να θεωρηθεί αντάξια διάδοχος εκείνων του Ντι Στέφανο, του Αντσελότι και του Ζιντάν.
* Ο Φίλιπ Λαμ ήταν ο αρχηγός της πρωταθλήτριας κόσμου Γερμανίας το 2014 και ο διευθυντής της Οργανωτικής Επιτροπής του EURO 2024 που φιλοξένησε η χώρα του. Πλέον, μαζί με το επιτελείο του, είναι οι αθλητικοί σύμβουλοι της ποδοσφαιρικής ομάδας της Στουτγάρδης.
