Η απώλεια είναι συχνά μια ευκαιρία να θυμηθούμε κάποια πράγματα που ξεχνιούνται μες στη βουή της καθημερινότητας και στην αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου να προλάβει. Ο Γιώργος Αικατερινίδης δεν ανήκε σ’ αυτούς τους ανθρώπους όσο ζούσε. Πέρασε στην άλλη όχθη στις 24 Δεκεμβρίου 2025 – ένας επιστήμονας που νοιάστηκε τον ελληνικό τόπο και την περιφέρεια, προσφέροντας τη γνώση και τη σοφία του και εστιάζοντας σε πράγματα που τα παρασέρνει ο χρόνος.
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο με καταγωγή από τη Σητεία. Με δυσκολίες ανέβηκε στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 1950 για να σπουδάσει Φιλολογία. Εποχές πολύ δύσκολες, όταν η μετεμφυλιακή και μεταπολεμική Ελλάδα προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Καθοριστική υπήρξε για τον ίδιο η γνωριμία του με τον Γεώργιο Α. Μέγα, τον οποίο πρωτογνώρισε νεαρός φοιτητής. Υπήρξε βοηθός του, όπως επίσης βοηθός του Μέγα υπήρξε και ο αδελφικός του φίλος, Μιχάλης Μερακλής, όταν αργότερα ο Αικατερινίδης υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.
Οπως ο ίδιος έχει εξομολογηθεί, κάθε Κυριακή συνέτρωγε με τον Μέγα στο σπίτι του τελευταίου στην οδό Ιακωβίδου 26 στα Πατήσια. Η σχέση του με τον Μέγα τον επηρέασε καθοριστικά στην επιλογή θεμάτων παραδοσιακής Λαογραφίας προς διερεύνηση. Ο Αικατερινίδης υπήρξε στενός συνεργάτης του και στο πλαίσιο της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας. Επί σειρά ετών αναλάμβανε τη διόρθωση δοκιμίων του περιοδικού «Λαογραφία», στα διάφορα λιθογραφεία της εποχής, αναλάμβανε εξ ολοκλήρου την αποστολή του περιοδικού μέσω ταχυδρομείου στο εσωτερικό και το εξωτερικό σε πολλά ανάλογα ιδρύματα και επιστημονικές εταιρείες, συνέβαλλε καθοριστικά και στις εκδηλώσεις της εταιρείας, κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970, ενώ υπήρξε μέλος του Δ.Σ. από το 1978 έως το 2023, υπηρετώντας πολλά χρόνια από τη θέση του ειδικού γραμματέα.
Καθοριστική ήταν και η σχέση ζωής που είχε με τον Γεώργιο Σπυριδάκη, καθηγητή Λαογραφίας στη Φιλοσοφική Σχολή και διευθυντή του Λαογραφικού Αρχείου, με τον οποίο υπήρξαν και κουμπάροι. Ο Γεώργιος Αικατερινίδης υπηρέτησε στο Λαογραφικό Αρχείο (μετέπειτα Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών) από το 1964 έως το 2002, όταν αποχώρησε ως διευθυντής Ερευνών. Από τη θέση του συντάκτη αρχικά και έπειτα του ερευνητή «όργωσε» στην κυριολεξία όλο τον ελλαδικό χώρο: Κρήτη, νησιά Αιγαίου, Θράκη, Μακεδονία (ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι έρευνές του στη Δράμα και στον Σοχό) και σε άλλα μέρη, που αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ ο ίδιος από τους ανθρώπους τους, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «έχει πολλές μικρές πατρίδες». Ο Αικατερινίδης γνώρισε τον λαϊκό πολιτισμό όχι «εκ ων άνω», δηλαδή από τα βιβλία και τα άρθρα που διάβαζε, αλλά «εκ των έσω και από τα κάτω», από τη βάση δηλαδή. Δεν έμεινε όμως αποκλειστικά στον χώρο της ελληνικής περιφέρειας ούτε είδε τα θέματα ως ρομαντικές «συνέχειες», αλλά μπήκε και στον αστικό χώρο της εποχής του και μάλιστα πολλαπλά: εθνογραφικά, με έρευνα πεδίου, αλλά και κινηματογραφικά, με κινηματογράφηση/μαγνητοσκόπηση δρωμένων.
Ο Αικατερινίδης με τα εθνογραφικά φιλμ στράφηκε και προς τον χώρο της πόλης όπου και κινηματογράφησε εκφράσεις του καθημερινού λαϊκού βίου σε περιοχές της Αθήνας, π.χ. τα κάλαντα των παιδιών στη Νίκαια. Στις καταγραφές του ξεχωρίζουν τρία σημεία: πρώτον, η κινηματογράφηση και η διάσωση του υλικού. Διέβλεψε τη σημασία της οπτικής και ηχητικής καταγραφής των όψεων του λαϊκού πολιτισμού, πέραν των κλασικών λαογραφικών καταγραφών της εποχής του σε χειρόγραφα τετράδια. Ετσι, έχοντας αναπτύξει μια εξοικείωση με τις συσκευές καταγραφής της δεκαετίας του 1960 (φωτογραφικές μηχανές και κασετόφωνα) και προμηθευόμενος μια φορητή κάμερα, μπόρεσε να διασώσει ένα απίστευτα πολύτιμο υλικό, σημαντικό όχι μόνο για τον περί την ελληνική Λαογραφία ενδιαφερόμενο, αλλά και για οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να μελετήσει τη νεοελληνική κοινωνία. Πρόκειται για καταγραφές πολιτισμικών εκδηλώσεων σε έναν κόσμο που μεταβαλλόταν, όπου το παραδοσιακό ήταν στην ύστατη ώρα του και ερχόταν με φόρα για να το αντικαταστήσει το τουριστικό, το βιομηχανικό και το τεχνητά αναβιωμένο (φολκλορισμός).
Συνεργάστηκε στενά και με τον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, με τον οποίο υπήρξαν αδελφικοί φίλοι από τα χρόνια των σπουδών τους. Επιστέγασμα της συνεργασίας τους υπήρξε η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με θέμα τις νεοελληνικές αιματηρές θυσίες, που τυπώθηκε στη σειρά των Παραρτημάτων του περιοδικού «Λαογραφία» (υπ’ αρ. 8, 1979). Πρόκειται για μια υποδειγματική μελέτη. Η πρώτη του επαφή με το θέμα ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με την ιερή πομπή του ταύρου στη Λέσβο που κατέληγε στην τελετουργική θυσία του. Οπως ο ίδιος γράφει στον πρόλογό του: «Η συστηματική ενασχόλησή μου με τις νεοελληνικές αιματηρές θυσίες άρχισε το Μάιο του 1969, όταν απεσταλμένος από το Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών πήγα στην Αγία Παρασκευή της Λέσβου, για να κινηματογραφήσω και να μελετήσω την ταυροθυσία που τελεί κάθε χρόνο το χωριό μετά το Πάσχα, για να τιμήσει τον προστάτη του χωριού άγιο Χαράλαμπο. Δεν ήταν τότε η πρώτη φορά που παρακολουθούσα αιματηρή θυσία. Ανάλογες ευκαιρίες μου είχαν δοθεί και άλλοτε, μέσα στα πλαίσια λαογραφικών αποστολών που πραγματοποιούσα από το 1963, αρχικά ως επιστημονικός συνεργάτης και στη συνέχεια ως συντάκτης του Κέντρου. Πολύ εξάλλου ήταν και το σχετικό υλικό που μέχρι τότε είχα καταγράψει. Η ταυροθυσία όμως της Αγίας Παρασκευής, με την καθολικότητα της συμμετοχής των κατοίκων του χωριού, την ευρύτητα των εκδηλώσεων, την όλη της γενικά τελετουργία, μου έδειξε ότι βρισκόμουν μπροστά σε ένα συναρπαστικό κεφάλαιο της λαϊκής μας λατρείας, ανεξερεύνητο στην πραγματικότητα, παρά τις σποραδικές και τοπικά περιορισμένες δημοσιεύσεις πάνω στο θέμα, που απαιτούσε, για να μελετηθεί σωστά, συστηματική αυτοψία».
Οι αιματηρές θυσίες, ένα έθιμο αποδεκτό και από την Εκκλησία μας, ήταν για χρόνια ένα θέμα «ανέγγιχτο» για μια σειρά λόγων. Ο Αικατερινίδης το προσέγγισε αφενός με ευαισθησία και αφετέρου με επιστημοσύνη, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν. Δεν εξέταζε εμμονικά «συνέχειες», αλλά προσπαθούσε να δει την εξέλιξη των φαινομένων της μακράς διάρκειας, σε περιοχές πολύ απομακρυσμένες από τα αστικά κέντρα και οι οποίες δεν είχαν γνωρίσει μέχρι και τη δεκαετία του 1960 τη διαβρωτική επίδραση του αστικού πολιτισμού. Και με τη διατριβή του μας πρόσφερε έναν άτλαντα των θυσιών, προτείνοντας μια τυπολογία και ένα πανόραμα παραλλαγών του φαινομένου σε όλο τον ελλαδικό χώρο, κάτι που ήταν απόλυτα αναγκαίο τόσο για τη Λαογραφία την εποχή που γράφτηκε η συγκεκριμένη εργασία, όσο και για τις κοινωνικές επιστήμες της περιόδου εκείνης στην Ελλάδα, που τότε βρίσκονταν σε ένα εμβρυϊκό στάδιο. Για το έργο του τιμήθηκε από πολλούς φορείς, συλλόγους, σωματεία αλλά και δήμους ανά την Ελλάδα. Ιδιαίτερης βαρύτητας ήταν η ανακήρυξή του σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης ως ένδειξη αναγνώρισης του έργου και της προσφοράς του στη Λαογραφία, αλλά και στις άλλες κοινωνικές επιστήμες.
Τον Αικατερινίδη απασχολούσε ιδιαίτερα η πορεία της επιστήμης της Λαογραφίας στη νέα εποχή, και ιδιαίτερα η διδασκαλία της στα ανώτατα ιδρύματα. Μέχρι τελευταία στιγμή, τον ενδιέφερε η προβολή του σωσμένου εθνογραφικού υλικού του λαϊκού πολιτισμού, που και ο ίδιος τόσο πάσχισε να διασώσει αλλά και να προβάλει μέσα από φωτογραφίες και εθνογραφικά φιλμ.
Πρωτίστως, ήταν ένας άνθρωπος που ακτινοβολούσε. Το χαμόγελo και η θετική του διάθεση ήταν η έκφραση του τρόπου σκέψης του. Γι’ αυτόν ο λαϊκός πολιτισμός δεν ήταν ένας αποστεωμένος οργανισμός. Η έρευνα και η γνώση του λαογραφικού πλούτου δεν ήταν μόνο διασωστική. Συνιστούσε συστατικό στοιχείο της πίστης πως αυτά έχουν πολλαπλή κοινωνική και πολιτιστική συνδρομή στις ανθρώπινες σχέσεις, ιδίως σε καιρούς άφιλους. Παρακολουθούσε τις αλλαγές μες στον χρόνο αλλά και ήταν αμετακίνητος στη σκηνοθεσία των τελετουργιών με τη βραζιλοποίηση των καρναβαλικών παρελάσεων.
Η απώλειά του μας θυμίζει πως η λαογραφία δεν είναι τα σιγκούνια. Είναι μια επιστήμη στενά δεμένη με τη ζωή των ανθρώπων. Και αυτό το στοιχείο είναι που κληροδοτεί ο Αικατερινίδης στους μεταγενέστερους. Η απώλειά του είναι μια ευκαιρία να θυμηθούμε αλλά και να εκτιμήσουμε την παρακαταθήκη του.
* Ομότιμος καθηγητής Λαογραφίας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
** Αναπληρωτής καθηγητής Αστικής Λαογραφίας ΕΚΠΑ
