Όταν η Ana Somavilla, συνάδελφος δημοσιογράφος της ισπανικής εφημερίδας El Confidencial, διαγνώστηκε με μελάνωμα στις αρχές του 2025, δεν φανταζόταν ότι η μεγαλύτερη μάχη της δεν θα ήταν η ίδια η ασθένεια, αλλά η γραφειοκρατία της επιβίωσης. Χάρη στον ιδιωτικό τομέα στη Μαδρίτη, χειρουργήθηκε άμεσα. Όταν όμως επιχείρησε το αυτονόητο –να μεταφέρει την παρακολούθησή της στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας της Ισπανίας για το επόμενο κρίσιμο ραντεβού– βρέθηκε αντιμέτωπη με αδιέξοδο: «Θα σας δούμε τον Ιανουάριο του 2026».
Η ιστορία της Ana είναι η αφετηρία ενός οδοιπορικού στην Ευρώπη της… αναμονής. Η δερματολογία εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες υγειονομικές «παγίδες» της ηπείρου. Από τις εγκαταλελειμμένες υγειονομικά περιοχές της γαλλικής επαρχίας μέχρι τα υπερφορτωμένα νοσοκομεία της Αθήνας και του Δουβλίνου, το συμπέρασμα είναι αποκαρδιωτικό: Το δέρμα μας έχει γίνει πεδίο μιας βίαιης ταξικής διαφοροποίησης.
Στην Ισπανία, η δερματολογία είναι πλέον η πιο απρόσιτη ειδικότητα. Παρά το γεγονός ότι το σύστημα είναι αποκεντρωμένο, οι λίστες αναμονής διογκώνονται οριζόντια. Στο νοσοκομείο Ramón y Cajal της Μαδρίτης, οι Αρχές πανηγυρίζουν για μείωση της αναμονής κατά 35% μέσα σε έναν μήνα, όμως η πραγματικότητα στους διαδρόμους παραμένει εφιαλτική. Ασθενείς με προκαρκινικές αλλοιώσεις στο πρόσωπο αναγκάζονται να περιμένουν πάνω από 150 ημέρες για μια απλή εξέταση. Η περίπτωση της Ανδαλουσίας, με τις πρόσφατες αποτυχίες στην έγκαιρη ανίχνευση καρκίνου, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: οι λίστες αναμονής δεν είναι απλώς αριθμοί, είναι χαμένες ευκαιρίες για έγκαιρη διάγνωση. Το παράδοξο της Ισπανίας είναι ότι η «διπλή» φροντίδα (δημόσια και ιδιωτική) αντί να αποσυμφορεί το σύστημα, δημιουργεί ασθενείς δύο ταχυτήτων που συχνά «χάνονται» στη μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο, ακριβώς όπως συνέβη στην περίπτωση της Ana Somavilla.
Η κατάσταση στη Γαλλία περιγράφεται ως οριακή. Σύμφωνα με τη συνδικαλιστική ένωση των Γάλλων δερματολόγων, το 73% των πολιτών δυσκολεύεται πλέον να βρει γιατρό. Μέσα στην τελευταία 15ετία, η χώρα έχασε 1.000 δερματολόγους. Σήμερα, υπάρχουν διαμερίσματα (Lozère, Creuse και Nièvre) που δεν έχουν ούτε έναν δερματολόγο για ολόκληρο τον πληθυσμό τους. Ακόμη και στα πολυσύχναστα βόρεια προάστια του Παρισιού, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ειδικότητα «εξαφανίζεται». Τα στατιστικά είναι αμείλικτα:
- 104 ημέρες αναμονής κατά μέσο όρο το 2023 (έναντι 41 ημερών το 2012).
- Το 46% των ασθενών έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια αναζήτησης θεραπείας.
- Μόλις 94 ειδικευόμενοι εκπαιδεύτηκαν το 2024, ενώ οι ανάγκες απαιτούν τουλάχιστον 125 ετησίως για να αποφευχθεί η ολική κατάρρευση μέχρι το 2030.
Η κυβερνητική απόφαση να περιορίσει τον αριθμό των θέσεων ειδικότητας, παρά την αύξηση των συνολικών θέσεων στην ιατρική, χαρακτηρίζεται από τους επαγγελματίες ως «ακατανόητη και επικίνδυνη».
Στην Αυστρία, το πρόβλημα εντοπίζεται στη μαζική φυγή των γιατρών προς τον ιδιωτικό τομέα. Μια μελέτη του Ιατρικού Συλλόγου της Βιέννης, την οποία επικαλείται η εφημερίδα «Der Standard», έδειξε ότι η αναμονή για έναν γιατρό συμβεβλημένο με τα δημόσια ταμεία τετραπλασιάστηκε μέσα σε μια δεκαετία. Οι γιατροί επιλέγουν το καθεστώς των ιδιωτών γιατρών χωρίς σύμβαση με το κράτος, καθώς οι συνθήκες εργασίας στο δημόσιο είναι εξαντλητικές. Το αποτέλεσμα; Ο μέσος Αυστριακός περιμένει πλέον 36 ημέρες για ένα ραντεβού, ενώ όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα παρακάμπτουν τη σειρά πληρώνοντας αδρά, δημιουργώντας ένα σύστημα υγείας δύο επιπέδων.
Στην Ιρλανδία, το ζήτημα είναι πλέον ζωής και θανάτου. Σύμφωνα με την ενημερωτική ιστοσελίδα «The Journal», η χώρα έχει έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς εμφάνισης καρκίνου του δέρματος στην Ευρώπη, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν διπλασιασμό των κρουσμάτων έως το 2045. Η οικονομική ανάλυση είναι αποκαλυπτική: Το κόστος θεραπείας ενός μελανώματος σε προχωρημένο στάδιο είναι 25 φορές υψηλότερο από ό,τι σε αρχικό. Κι όμως, οι λίστες αναμονής των εξωτερικών ιατρείων εκτινάχθηκαν το 2024. Στη βορειοδυτική Ιρλανδία, στην περιοχή του Donegal, η συνταξιοδότηση του μοναδικού δημόσιου δερματολόγου προκάλεσε «μαύρη τρύπα», με πάνω από 900 ασθενείς να περιμένουν περισσότερο από 18 μήνες για μια εξέταση.
Η Λιθουανία αναδεικνύει μια άλλη πτυχή: την εσωτερική μετανάστευση των γιατρών προς την αισθητική ιατρική. Παρόλο που τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει επαρκής αριθμός δερματολόγων, οι περισσότεροι εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα παρέχοντας κερδοφόρες αισθητικές υπηρεσίες. Ο Tadas Raudonis, επικεφαλής Δερματολογικού Κέντρου σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο, εξηγεί τη σκληρή πραγματικότητα στην ιστοσελίδα «Delfi»: Ο μισθός ενός δερματολόγου στο Δημόσιο είναι 3 έως 5 φορές χαμηλότερος από τον ιδιωτικό. Το αποτέλεσμα είναι ουρές αναμονής που ξεπερνούν τα δύο χρόνια για έναν απλό έλεγχο σπίλων, εκτός αν ο ασθενής έχει παραπεμπτικό για «ύποπτο καρκίνο», οπότε η αναμονή πέφτει στις δύο εβδομάδες.
Στο τέλος αυτού του σκοτεινού ευρωπαϊκού χάρτη βρίσκεται η Ελλάδα, η οποία σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) κατέχει το θλιβερό ρεκόρ του 21,9% σε ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες —το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση— την ώρα που χώρες όπως η Κύπρος βρίσκονται στο 0,1%. Στην Ελλάδα, οι δύο κύριοι λόγοι για τους οποίους οι πολίτες δεν λαμβάνουν τη φροντίδα που χρειάζονται είναι οι εξαντλητικές λίστες αναμονής και το απαγορευτικό κόστος των ιδιωτικών υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο του ρεπορτάζ παρακολουθήσαμε την καθημερινότητα στο εξειδικευμένο για δερματικά και αφροδίσια νοσήματα νοσοκομείο «Ανδρέας Συγγρός» Για έναν ασθενή που επιθυμεί να προγραμματίσει ραντεβού για χαρτογράφηση σπίλων (εξέταση κρίσιμη για την πρόληψη του καρκίνου του δέρματος), η αναμονή μπορεί να αγγίξει τους εννέα μήνες ή και να ξεπεράσει τον χρόνο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός 80χρονου συνταξιούχου, πρώην οδηγού, ο οποίος παρατήρησε ύποπτες ελιές στο σώμα του. Όταν ο ανιψιός του επιχείρησε να κλείσει ραντεβού στο «Συγγρός», ενημερώθηκε ότι δεν υπήρχε καμία διαθεσιμότητα για ολόκληρο το έτος. Η μόνη διέξοδος για τον ηλικιωμένο ήταν να προσέλθει ως επείγον περιστατικό. Μετά από εξετάσεις σε τρία διαφορετικά τμήματα, διαγνώστηκε με δύο καρκινώματα που έπρεπε να αφαιρεθούν. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, το ραντεβού για το χειρουργείο ορίστηκε δύο μήνες μετά. Παρά την καθυστέρηση, ο συνταξιούχος επέλεξε να περιμένει, καθώς η αντίστοιχη επέμβαση στον ιδιωτικό τομέα κοστίζει 500 ευρώ —ποσό απαγορευτικό για τα δεδομένα του.
Την ίδια στιγμή, η εμπορευματοποίηση της υγείας αναγκάζει τους ασθενείς να καταφεύγουν στα απογευματινά ιατρεία του νοσοκομείου με κόστος 60 ευρώ, ή στα ιδιωτικά γραφεία των γιατρών του ΕΣΥ. Μια 36χρονη ασθενής περιγράφει πώς αναγκάστηκε να επισκέπτεται το ιδιωτικό ιατρείο διευθυντή κλινικής του νοσοκομείου, πληρώνοντας 150 ευρώ ανά επίσκεψη, καθώς ήταν αδύνατον να βρει ραντεβού μαζί του εντός του δημόσιου πλαισίου. «Ένιωθα ότι το πρόβλημά μου αντιμετωπιζόταν με όρους αγοράς και όχι υγείας», αναφέρει.
Στο μεταξύ, η Ευρώπη προσπαθεί να απαντήσει με την τεχνολογία. Η τηλεδερματολογία (εξ αποστάσεως διάγνωση) εφαρμόζεται πιλοτικά στην Αυστρία και την Ιρλανδία, ενώ η χρήση τεχνητής νοημοσύνης για την ανάλυση φωτογραφιών υπόσχεται αποσυμφόρηση. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν: Η τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει τους γιατρούς που λείπουν.
Όσο οι δημόσιοι προϋπολογισμοί παραμένουν καθηλωμένοι και οι μισθολογικές διαφορές με τον ιδιωτικό τομέα χαοτικές, η δερματολογία θα παραμένει η «αχίλλειος πτέρνα» της ευρωπαϊκής υγείας. Για την Ana Somavilla και εκατομμύρια άλλους Ευρωπαίους, η πρόσβαση σε δερματολόγο δεν είναι πια δικαίωμα, αλλά ακριβό προνόμιο.
Η «Οδύσσεια» της λίστας: Από το 1.000 στο 889 σε έναν χρόνο
Η περίπτωση ασθενούς στο Βίλνιους, όπως την κατέγραψε η δημοσιογράφος Deimantė Marčiulaitytė για την ιστοσελίδα Delfi, αποτυπώνει την απόγνωση πίσω από τους αριθμούς. Η γυναίκα, θορυβημένη από τον θάνατο ενός φίλου της κάτω των 40 ετών από μελάνωμα, αποφάσισε να κάνει τον ετήσιο προληπτικό της έλεγχο σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο.
Τον Οκτώβριο του 2023 μπήκε στη λίστα αναμονής στο νούμερο 1.000, με την προοπτική να εξεταστεί σε… έναν χρόνο. Όταν όμως επικοινώνησε ξανά με το νοσοκομείο έναν χρόνο μετά, η απάντηση την άφησε εμβρόντητη: Βρισκόταν πλέον στο νούμερο 889. Για να εξεταστεί, θα έπρεπε να περιμένει τουλάχιστον άλλον έναν χρόνο για μια απλή εξέταση σπίλων. «Είναι σοκαριστικό», δήλωσε η ίδια, «να συνειδητοποιείς ότι η λίστα πρακτικά δεν κινείται».
* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο oποίο συμμετέχει κατ’αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Ana Somavilla (El Confidencial – Ισπανία), Kim Son Hoang (Der Standard – Αυστρία), Catherine André (Voxeurop – Γαλλία), Noel Baker (The Journal Investigates – Ιρλανδία), Irtautė Gutauskaitė (ELTA – Λιθουανία).

