Θέλεις να στρέψεις το βλέμμα σου πέρα από τα προφανή της καθημερινότητας, για να φωτίσεις, να επιχειρήσεις να καταλάβεις τέλος πάντων, κατιτίς από τα κρυμμένα, κάτω από την επιδερμίδα. Ομως δεν μπορείς. Η προφανής καθημερινότητα είναι τεράστια, και τερατώδης. Αγριευτική. Σε αρπάζει από τα μούτρα, δεν σου επιτρέπει να την προσπεράσεις.
Τα δεκαπέντε νεκρά σώματα προσφύγων, τα σώματα των εγκύων μανάδων με τα έμβρυα μέσα τους, τα τσακισμένα κορμάκια των ορφανεμένων νηπίων, μερικές εκατοντάδες μέτρα από τις ακτές της Χίου. Αυτό είναι το προφανές, ο θάνατος, η τραγωδία.
Εισβολείς ή νήπια;
Κατόπιν, εμφανίζεται η δεύτερη στιβάδα: πώς ετελέσθη. Κομψά θα το ονομάζαμε: αποτροπή. Αποτροπή; Ναι, αποτροπή διά φόνου, αποτροπή εισβολής εγκύων και νηπίων, αυτοί οι εισβολείς απειλούν την καθαρότητα της φυλής, απειλούν τον δημογραφικό μαρασμό των πτωχευμένων γηγενών, απειλούν την εθνική κυριαρχία στη δοξασμένη γη του Real Estate και της χρυσής βίζας. Γιατί αν δεν αποτρέψουμε διά φόνου αυτές τις εγκύους και τα νήπια, τότε θα ακολουθήσουν εκατομμύρια, πέντε, δέκα, τριάντα εκατομμύρια. Μουσουλμάνοι.
Η δεύτερη στιβάδα συμπυκνώνεται σε ένα ερώτημα που διαιρεί σε «φίλους» και σε «εσωτερικούς εχθρούς»: Είστε με το Λιμενικό ή με τους εισβολείς; Είναι ερώτημα διχαστικής ταξινόμησης. Είναι απόρροια μιας εσωτερικής λογικής της εξουσίας, ενός μείγματος προπαγάνδας, συνωμοσίας, επιτήρησης, υποκλοπών, εκβιασμών, μείγμα New Speak και καταστολής. Είναι η λογική της παρούσας εξουσίας που θέτει τη χώρα εκτός κανόνων διεθνούς δικαίου, εκτός Συντάγματος, εκτός κάθε εθιμικού πλαισίου και ηθικής τάξης. Είναι η λογική του βασαλάτου της θανατοπολιτικής και της αρπαγοκρατίας.
Οχλος, μίσος
Ομως το μεγαλύτερο σοκ παραμονεύει στην τρίτη στιβάδα: στις αντιδράσεις του όχλου υπέρ της δίκαιης αποτροπής, υπέρ της θανάτωσης εγκύων και νηπίων. Δεν χρησιμοποιώ τυχαία τη βεβαρημένη λέξη όχλος, αντλώ πλαγίως από το αναλυτικό πλαίσιο της κοινωνικής ψυχολογίας, πώς μεγάλα σύνολα ανθρώπων άγονται και φέρονται βάσει των καταστροφικών ενστίκτων, βάσει της εχθροπάθειας, κυλούν μαζικά στα κανάλια της μνησικακίας, της μοχθηρίας προς τους πιο αδύναμους.
Το μίσος, στοχευμένο κατά αδυνάτων, διάχυτο προς οτιδήποτε βαφτίζεται εχθρός, εξωτερικός ή εσωτερικός, είναι η καταφυγή και η τάφρος των ήδη εξουθενωμένων, πολλαπλά εξουθενωμένων, υλικά, κοινωνικά, μορφωτικά, όταν τους έχει παραχωρηθεί μοναχά μια σανίδα: μια φαντασιακή ταυτότητα.
Κάτω από απλήρωτους λογαριασμούς, κάτω από τις βρισιές του αφεντικού, κάτω από βαρυγκόμιες και βλαστήμιες στα φανάρια, κάτω από το Τζόκερ και το Στοίχημα, κάτω από τον φθόνο για τους πλούσιους, ο όχλος μας κρατάει την Ταυτότητα, τσαλακωμένη, λερή, δυσανάγνωστη, σβησμένη, ωστόσο πολύτιμη. Είναι αυτή που τον ξεχωρίζει από τους μελαχρινούς εισβολείς, είναι το στερνό ανάχωμα της απειλούμενης ανωτερότητας: τα μελαχρινά νήπια και οι έγκυοι θα του τη στερήσουν αυτή την ανωτερότητα. Είναι το My Precious.
Η μοναδική γλώσσα, η μοναδικότερη και πιο ζηλευτή της οικουμένης, οι ευκλεείς ημών πρόγονοι, μυθικοί ήρωες, θεοί, ημίθεοι, φιλόσοφοι και ποιητές, άγιοι λογχοφόροι και δρακοκτόνοι, προφητείες και αλυτρωτικοί χρησμοί, ο γλαυκός ουρανός, τα στιχουργημένα νησιά, τα όρη της κλεφτουριάς, όλα συγκροτούν τη μοναδικότητα και την υπεροχή, την αναδελφικότητα.
Γυμνή ζωή
Τι κι αν η Ταυτότητα έχει μείνει κουρέλι-κουρελάκι, τι κι αν δεν ισχύει καν το «πάλι το ενοικιάζουν το δωμάτιο» που είπε πικρά ο ποιητής, τώρα όλα πωλούνται, γαίες, κτίσματα, όρη, κοιλάδες, νησίδες και Αιγαίο, μνημεία, και ορισμένως όλα πωλούνται μαζί με τα εξαρτήματα, πωλούνται και τα ανδράποδα, άνθρωποι που τους στέρεψε η προσδοκία, η φιλία, η συμπόνια, η σχόλη και η ξεγνοιασιά, αφού τους στέρησαν σταδιακά το σχολείο, τη μόρφωση, την πρόνοια, την αξιοπρεπή εργασία, τη συλλογικότητα, κι απόμειναν στεγνοί μες στη γυμνή ζωή, κοινωνικά και ψυχικά παρίες.
Τους έμεινε «απ’ το παλιό σου δράμα ένα κουρελάκι», η Ταυτότητα πανταχόθεν απειλούμενη, από μελαχρινά νήπια και μελαχρινές εγκύους, από μια σχεδία στα μυρωμένα παράλια της Ιωνίας.
Με αυτή την Ταυτότητα, με τη γυμνή τους ύπαρξη, με στεγνωμένη ψυχή, κρώζουν υπέρ θανάτου οι συνάνθρωποί μας, ο όχλος μας, κι όλοι κυματοδερνόμαστε στη σκοτεινή νύχτα της ψυχής μας.
