Πριν από μερικές εβδομάδες η απόφαση του υπουργείου Υγείας να καταργηθεί το επαγγελματικό δικαίωμα των μαιών να διενεργούν αυτόνομα έναν φυσιολογικό τοκετό σε πρωτοβάθμια δομή υγείας πυροδότησε μια δημόσια συζήτηση γύρω από τον ακρωτηριασμό της μαιευτικής φροντίδας και την ιατρικοποίηση της αναπαραγωγικής διαδικασίας σε μια χώρα που έχει χρεωθεί τον τίτλο της «πρωταθλήτριας στις καισαρικές τομές».
Η Ελλάδα παρουσιάζει διαχρονικά ένα από τα υψηλότερα ποσοστά καισαρικών τομών παγκοσμίως ξεπερνώντας κατά πολύ το 10-15% που συνιστά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ). Τα ποσοστά αυτά συχνά αγγίζουν ή ξεπερνούν το 55-60% των τοκετών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε πληθώρα καταγγελιών, δικαστικών διαμαχών και κοινωνικού διαλόγου για τη «μαιευτική βία» και την αναγκαιότητα των επεμβάσεων.
Πριν από λίγο καιρό το φαινόμενο της μαιευτικής βίας απασχόλησε τα ελληνικά μίντια μετά από σχετικές καταγγελίες τόσο για μη αναγκαίες καισαρικές τομές όσο και για εφαρμογή της απαγορευμένης μεθόδου kristeller ή άλλες εξαναγκαστικές διαδικασίες μη ιατρικά απαραίτητες που προτιμώνται για λόγους κόστους-αποτελεσματικότητας ή για τη διευκόλυνση των επαγγελματιών υγείας.
Η γυναικολογική – μαιευτική βία είναι η βία που υφίστανται οι γυναίκες κατά την παροχή της γυναικολογικής και της μαιευτικής φροντίδας σε χώρους παροχής υγειονομικής περίθαλψης και αποτελεί μια μορφή θεσμοθετημένης και έμφυλης βίας, που έχει τις ρίζες της σε μια βαθιά εγκατεστημένη παράδοση θεσμικού, κοινωνικού και ιατρικού ελέγχου στα σώματα των γυναικών.
Η θεωρία της Judith Butler μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε τη μαιευτική φροντίδα ως πεδίο έμφυλης κανονιστικότητας και τη σχέση της με δύο ιστορικά αλληλένδετες τάσεις, την παθολογικοποίηση του γυναικείου σώματος και την αυξημένη ιατρικοποίησή της.
Η γέννα δεν είναι ουδέτερο βιολογικό γεγονός, αλλά πρακτική που ρυθμίζεται από κανονιστικά πλαίσια για το ποια σώματα αξίζουν φροντίδα, ποια θεωρούνται «υπάκουα» και ποια «προβληματικά». Η νέα απόφαση του υπουργείου Υγείας εγγράφεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα βιοπολιτικών πρακτικών που επαναπροσδιορίζουν το γυναικείο σώμα, τη γέννα και τη μητρότητα ως πεδία ελέγχου, πειθάρχησης και απο-υποκειμενοποίησης. Μπορεί να θεωρηθεί ακρωτηριασμός της μαιευτικής φροντίδας: όχι μόνο σε επίπεδο υπηρεσιών, αλλά και σε επίπεδο νοήματος και εμπειρίας. Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία εξάλλου το τραύμα δεν ταυτίζεται με το ίδιο το γεγονός, αλλά με την αδυναμία ψυχικής εγγραφής και επεξεργασίας του. Η γέννα απαιτεί ένα πλαίσιο φροντίδας που να επιτρέπει τη συμβολική της επεξεργασία.
Η ιατρικοποίηση της γέννας τείνει να μετατρέπει το σώμα της γυναίκας σε αντικείμενο γνώσης, ελέγχου και παρέμβασης, αποκομμένο από τη φωνή του υποκειμένου. Οταν δηλαδή η φροντίδα αντικαθίσταται από ψυχρά πρωτόκολλα και αποπροσωποποιημένες πρακτικές, το υποκείμενο βιώνει τη γέννα ως κάτι που «του συμβαίνει», όχι ως κάτι στο οποίο συμμετέχει. Η γεννώσα δεν μιλά – μιλούν μόνο τα πρωτόκολλα. Το υποκείμενο εξορίζεται από τον ίδιο του τον τοκετό. Πρόκειται για μια μορφή συμβολικής στέρησης, όπου η γυναίκα καλείται να συμμορφωθεί με τον «Μεγάλο Αλλο» της ιατρικής και κρατικής εξουσίας.
Η γυναίκα όμως κατά τη διάρκεια αυτού του οριακού γεγονότος μεταξύ ζωής και θανάτου έχει ανάγκη από αναγνώριση, συμβολική στήριξη και συνεκτικότητα. Συνεπώς ο ακρωτηριασμός της μαιευτικής φροντίδας λειτουργεί ως ψυχικός ακρωτηριασμός που αποσπά το σώμα από τον ψυχισμό και παράγει ένα τραύμα που συχνά επανεμφανίζεται ως άγχος, θλίψη ή και μεταγεννητική κατάθλιψη. Η απουσία επαρκούς φροντίδας δεν είναι απλώς έλλειψη υπηρεσίας, αλλά έλλειψη συμβολικού πλαισίου. Οπως ανέφερε σε επιστολή της η Ενωση Ανεξάρτητων Μαιών Μαιευτών Ελλάδος (ΕΑΜΜΕ), «η νέα απόφαση θέτει σε κίνδυνο χιλιάδες έγκυες γυναίκες σε απομακρυσμένες περιοχές ή σε περιπτώσεις που γεννούν πρόωρα, οι οποίες δεν θα λάβουν μαιευτική φροντίδα εάν δεν υπάρχει γιατρός στη δομή. Και παράλληλα ενισχύει το παρωχημένο ιατροκεντρικό μοντέλο φροντίδας που τεκμηριωμένα αυξάνει τις επιπλοκές και επιβαρύνει την υγεία των γυναικών και των νεογνών».
Αν λάβουμε δε υπόψη τη φουκοϊκή θεωρία περί βιοπολιτικής, η γέννα αποτελεί κεντρικό πεδίο άσκησης εξουσίας. Το κράτος δεν ενδιαφέρεται απλώς για τη ζωή, αλλά για τη διαχείριση της ζωής: ποιος γεννά, πώς γεννά, υπό ποιους όρους, με ποιο κόστος.
Η κρατική αναδιάρθρωση της μαιευτικής φροντίδας ενισχύει αυτό που η Butler θα περιέγραφε ως διαφοροποιημένη επισφάλεια (differential precarity): ορισμένα σώματα -μετανάστριες, φτωχές γυναίκες, queer ή μη κανονικές μητέρες- καθίστανται πιο εκτεθειμένα στην έλλειψη φροντίδας και στην αναπαραγωγική βία.
Η νέα απόφαση του υπουργείου Υγείας μπορεί να αναγνωστεί ως τεχνοκρατική αναδιάρθρωση της αναπαραγωγικής φροντίδας, όπου η συνεχής φροντίδα, η εξατομικευμένη υποστήριξη -ιστορικά συνδεδεμένες με τη γυναικεία γνώση- υποβαθμίζονται ή εκτοπίζονται υπέρ ενός ιατροκεντρικού, ιεραρχικού μοντέλου. Αποτελεί συνεπώς σύμπτωμα της απογύμνωσης της φροντίδας από τη σχεσιακή και συμβολική της διάσταση. Ο ακρωτηριασμός της μαιευτικής φροντίδας δεν αφορά μόνο τις γυναίκες που γεννούν· αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται την ίδια τη ζωή. Το σώμα γίνεται αντικείμενο διαχείρισης και όχι φορέας επιθυμίας, φόβου, μνήμης.
Η επαναδιεκδίκηση της μαιευτικής φροντίδας ως σχέσης -και όχι ως διαδικασίας- αποτελεί αναγκαία συνθήκη για μια κοινωνία που δεν φοβάται τη γέννηση, αλλά την αναγνωρίζει ως συλλογικό, ψυχικό και πολιτικό γεγονός.
