«Ο Γκαμπριέλ ήξερε να επιλέγει τα θύματά του: νεαρά, ευάλωτα κορίτσια, με απόντες γονείς ή με γονείς που προτιμούσαν να μη βλέπουν. Ηξερε πως δεν θ’ απειλούσαν τη φήμη του. Από όσο γνωρίζω, καμιά από τις ερωμένες του δεν έχει γράψει βιβλίο για τη “θαυμάσια” σχέση της μαζί του. Ισως κι αυτό να λέει κάτι. Σήμερα κάτι έχει αλλάξει. Κι αυτό είναι που ενοχλεί τους άνδρες σαν κι εκείνον: πως, επιτέλους, ήρθε η σειρά των θυμάτων να μιλήσουν».
Αυτά είναι τα λόγια της ίδιας της Βανέσα Σπρινγκορά. Τώρα, όμως. Σαν βρήκε τη δύναμη αλλά και την ψυχραιμία (χάρη στα 40 χρόνια που είχαν περάσει) ώστε να δημοσιοποιήσει στο βιβλίο της «Η συναίνεση» («Le Consentement») τα όσα είχε ζήσει στα 14 της χρόνια, το 1986, δίπλα στον διάσημο, 50χρονο τότε, Γάλλο συγγραφέα Γκαμπριέλ Ματζνέφ. Τη συναντήσαμε από κοντά, καθώς ήρθε στην Ελλάδα να παρακολουθήσει το, βασισμένο στο βιβλίο της, θεατρικό «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας» που ανεβαίνει στο Θέατρο Τέχνης και να μιλήσει σχετικά με αυτό στο Γαλλικό Ινστιτούτο.

Ενας δράκος
«Τότε, ως έφηβη, είχα γοητευθεί από τον άνθρωπο αυτό, που πολύ γρήγορα κατάλαβα πως ήταν αυτό που μας έλεγαν να φοβόμαστε ως παιδιά: ένας δράκος. Και ναι, τυπικά είχα “συναινέσει” σε αυτή τη σχέση τού τότε 14χρονου εαυτού μου με εκείνον. Ωστόσο, τη μεγαλύτερη συναίνεση στην κακοποίησή μου, την είχε δώσει η ίδια η κοινωνία: έως και την έκδοση του βιβλίου μου, 40 χρόνια περίπου μετά, ο ίδιος έχαιρε πλήρους “ασυλίας” από τη γαλλική διανόηση, τους λογοτεχνικούς και πολιτικούς κύκλους. Μην ξεχνάμε πως και ο ίδιος ο Μιτεράν ήταν θαυμαστής του, παρότι όσα έκανε (σε μένα, σε άλλες κοπέλες και σε ανήλικα αγόρια στη Μανίλα) τα περιέγραψε με ειλικρίνεια στα βιβλία του, για τα οποία είχε λάβει πολλαπλά και σπουδαία βραβεία. Είχε ακόμα υψηλή σύνταξη από το γαλλικό κράτος, βοηθήματα για να έχει ένα καλό σπίτι και επιδόματα. Κανένας δεν είχε στραφεί ποτέ εναντίον του έως… έως να μιλήσω. Οι δάσκαλοι έβλεπαν πως ερχόταν κάθε μέρα στο σχολείο και έπαιρνε μία έφηβη ένας μεγάλος άνδρας που δεν ήταν ο πατέρας της. Οι γονείς μου γνώριζαν. Οι φίλοι του και οι φίλοι της οικογένειάς μου ήξεραν. Η αστυνομία γνώριζε, καθώς λάμβανε ανώνυμες επιστολές. Ο Τύπος, ο εκδοτικός κόσμος και οι αναγνώστες ήξεραν. Οπότε, όχι, δεν ήταν μόνο η δική μου συναίνεση. Η συναίνεση στην κακοποίησή μου είναι πρωτίστως κοινωνική».
Η ίδια είναι πανέμορφη, η φωνή της είναι σταθερή, ήρεμη, δίχως υπερβολές και επίκληση στο συναίσθημα. Μόνο μία φορά, στο τέλος της κουβέντας μας, πήγε να βουρκώσει, σαν τη ρωτήσαμε για τη μητέρα της και τη μεταξύ τους σχέση: «Ημασταν μια αστική οικογένεια, με πολλούς φίλους στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών. Προσωπικά, πριν ακόμη αρχίσω να διαβάζω, έφτιαχνα βιβλία με ό,τι έβρισκα μπροστά μου – τόσο οικεία ήταν σε μένα. Οι γονείς μου χώρισαν και εγώ στράφηκα ακόμα περισσότερο στο γράψιμο και το διάβασμα.
Ο Ματζνέφ είχε έρθει σπίτι μας ως φίλος και εκεί άρχισε να με πολιορκεί. Πολύ γρήγορα γίναμε “ζευγάρι” (σ.σ. η ίδια η μητέρα της την πήγε στον γυναικολόγο για να της κόψει τον παρθενικό υμένα, ώστε να μπορεί να κάνει σεξ). Ηταν μετά την έκδοση του βιβλίου μου που μιλήσαμε ανοιχτά με τη μητέρα μου. Τότε έδειξε να καταλαβαίνει. Και μου ζήτησε συγγνώμη. Πλέον είναι μία εξαιρετική γιαγιά για τον γιο μου», μας είπε.
«Ωστόσο, ως φεμινίστρια, πρέπει να πω πως και ο πατέρας μου δεν ήταν άμοιρος ευθυνών. Μας είχε παρατήσει και, ενώ ήξερε, έμενε αποστασιοποιημένος». Πράγματι είναι τουλάχιστον περίεργο το να γνωρίζεις πως ένας άνδρας μεγαλύτερος και από εσένα κάνει έρωτα στην 14χρονη κόρη σου, η οποία δεν βρίσκει διέξοδο διαφυγής ούτε από αυτή την κακοποιητική σχέση ούτε από την άσχημη οικογενειακή κατάσταση, και να μην κάνεις τίποτα.
«Για χρόνια ένιωθα πως είχα μείνει στην ηλικία των 14 ετών. Πως δεν είχα μπορέσει να μετακινηθώ από το τότε», συνεχίζει η Β. Σπρινγκορά (σχεδόν έως πρόσφατα, ο Ματζνέφ της έστελνε επιστολές και την παρενοχλούσε, λέγοντας πως θέλει να τη συναντήσει κ.λπ.). «Ενιωθα πως είχα παγώσει σε αυτή την ηλικία, σε μία εφηβεία που τελικά δεν βίωσα ποτέ υγιώς. Αλλά επειδή ο ίδιος (σ.σ. δεν ανέφερε ποτέ το όνομα “Ματζνέφ” στη συνέντευξη) έγραψε ένα βιβλίο σαν τελείωσε η σχέση μας μετά από ένα χρόνο, και με παρουσίαζε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, θέλησα να με “ξανακατοικήσω”. Να βρω εγώ τη 14χρονη Βανέσα και να την παρουσιάσω στον κόσμο, όχι μέσα από τα μάτια και τις λέξεις του κακοποιητή μου».
Μανιφέστο
Τη ρωτάμε αν έχει απελευθερωθεί πλέον. Αν πιάνοντας «τον κυνηγό μέσα στην ίδια του την παγίδα: σε ένα βιβλίο», όπως λέει η ίδια, ένιωσε πως το τραύμα άρχισε να επουλώνεται. Η αν εν τέλει, με τη δημοσιοποίηση της ιστορίας της, «φυλακίστηκε» σε μια συγκεκριμένη ταυτότητα. «Μέσω αυτού του βιβλίου, κατάφερα να επαναποκτήσω την ιστορία μου», μας απαντά.
«Αλλά και πολλά θύματα, γυναίκες και άντρες, είδαν εαυτόν μέσα από μένα. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, στα ιαπωνικά και σε χώρες που δεν ήξερα το κοινωνικοπολιτικό τους πλαίσιο, κι όμως τελικά θύτες και θύματα όσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση και την εξουσιαστική βία υπάρχουν παντού και, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, ισχύουν τα ίδια: οι κακοποιητές είναι κατά 98% άνδρες, ενώ τα θύματά τους δεν έχουν φύλο. Ολη αυτή η σύνδεση, έστω και νοητή, με ανθρώπους που είδαν τον εαυτό τους ή αφυπνίστηκαν από το βιβλίο –το οποίο ναι, έχει και μία αίσθηση μανιφέστου– ήταν για μένα θεραπευτική. Από την άλλη, δεν ήθελα ούτε θέλω να φέρω επάνω μου την ταμπέλα του “θύματος” αιώνια. Γι’ αυτό και είμαι πολύ χαρούμενη για το δεύτερο βιβλίο που έγραψα και θα μεταφραστεί και στα ελληνικά και έχει να κάνει με την υπόλοιπη ζωή μου: με τα όσα έζησα μετά την έκδοση της “Συναίνεσης”, αλλά και σε σχέση με την οικογένειά μου, με την προέλευση του ονόματος Σπρινγκορά. Ξέρετε, ο πατέρας μου πέθανε τέσσερις μέρες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου και, μαζεύοντας το σπίτι του, ανακάλυψα πολλά πράγματα…».
Η ηχηρή συνενοχή
«Ξεκινώντας να γράψω τη “Συναίνεση”, είχα φόβο και επιθυμία για εκδίκηση. Δεν μπορούσα να ανεχτώ, ούτε έως σήμερα έχω δώσει απάντηση στο ερώτημα γιατί όλη η πνευματική διανόηση της Γαλλίας και το κράτος στήριζε με κάθε τρόπο αυτόν τον άνθρωπο, βραβεύοντάς τον, παρέχοντάς του επιδοτήσεις, στέγαση κ.λπ. Ωστόσο, δεν νομίζω πως υπήρχε καλύτερη μορφή εκδίκησης από το να στρέψω τα ίδια του τα όπλα εναντίον του: τις λέξεις, τη συγγραφή. Οι τότε υποστηρικτές του πλέον λένε πως δεν είχαν καταλάβει ότι όσα έγραφε ήταν αληθινά και όχι μυθοπλασία. Μα ο ίδιος κήρυττε σχεδόν την ιδέα της πλήρους σεξουαλικής απελευθέρωσης των ανηλίκων, ώστε να μη γίνει η κοινωνία “μικροαστική”.
Αυτή την ανεκτική/υποστηρικτική στάση του καλλιτεχνικού συστήματος γύρω από αυτές τις πρακτικές/ιδέες δεν την κατάλαβα ποτέ. Αυτό το “άσυλο” με εξέπληξε. Πράγματι μία κοινωνία βαφτίζει την κακοποίηση “κουλτούρα”, όταν αυτή προέρχεται από αναγνωρισμένους δημιουργούς. Ωστόσο, τα πράγματα αλλάζουν: το #MeToo δυνάμωσε και χάρη στο βιβλίο μου άλλαξε και ο νόμος στη Γαλλία και, πλέον, κάτω των 15 ετών δεν υπάρχει καν η έννοια της “συναίνεσης” σε παρόμοιες περιπτώσεις. Είναι καθαρή κακοποίηση. Πάντως, ακόμη αναρωτιέμαι: Οταν κάποιος γράφει ένα βιβλίο όπως το “Κάτω των 16 ετών” με τις περιγραφές που έχει μέσα, πώς γίνεται να πεις “Δεν κατάλαβα”; Η συνενοχή δεν είναι μόνο στη σιωπή τελικά, αλλά και στην τύφλωση», καταλήγει.
Μετά την έκδοση της «Συναίνεσης» το 2020, άλλαξε ο νόμος περί συναίνεσης στη Γαλλία, ο εισαγγελέας άνοιξε έρευνα εναντίον του 83χρονου πλέον Ματζνέφ, αλλά ο ίδιος δεν καταδικάστηκε, λόγω παραγραφής. Περιοδικά, εκδότες και ΜΜΕ διέκοψαν τη συνεργασία μαζί του, αποσύρθηκαν οι κρατικές επιδοτήσεις και οι οικονομικές ενισχύσεις και ο οίκος Gallimard πολτοποίησε όλα τα βιβλία του. Οσο για το βιβλίο της Σπρινγκορά, θεωρήθηκε σημείο καμπής του #MeToo στη Γαλλία, καθώς πρώτη φορά η κοινωνία αντιμετώπισε όχι μόνο τον ίδιο τον κακοποιητή, αλλά και το σύστημα που τον προστάτευε.
Ευχαριστούμε το Γαλλικό Ινστιτούτο για τη φιλοξενία και τη διερμηνεία, που έγινε με την αγαστή συνεργασία και της ίδιας της Βένιας Σταματιάδη, η οποία πρωταγωνιστεί στο θεατρικό «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας» σε σκηνοθεσία Ειρήνης Λαμπρινοπούλου (στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, κάθε Κυρ., Δευτ., Τρ. στις 21.00, more.com). Μαζί της είναι ο Κλέωνας Γρηγοριάδης στον ρόλο του Ματζνέφ, η Μαριλένα Μπαρταλούτσι ως η 14χρονα Βανέσα και ο μουσικός Andy Val. Το βιβλίο «Η συναίνεση» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδ. Μετρονόμος, σε μετάφραση Γ. Κ. Μιχαηλίδη.
