Mε τη λογική των χαμηλών προσδοκιών αλλά με σαφές πολιτικό βάρος, Αθήνα και Αγκυρα προσέρχονται στη συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου με βασικό στόχο τη διατήρηση ενός λειτουργικού και δομημένου διαλόγου, ποντάροντας στη συνέχιση της αποκλιμάκωσης και στη σταθερότητα, ακόμη και χωρίς υπαναχωρήσεις από τις πάγιες θέσεις τους.
Με φόντο μια εύθραυστη αλλά μετρήσιμη ισορροπία στο Αιγαίο και με όλα τα μεγάλα ζητήματα να παραμένουν ανοιχτά, Αθήνα και Αγκυρα επαναφέρουν στο προσκήνιο τον πολιτικό διάλογο, επιχειρώντας να κεφαλαιοποιήσουν το πιο ήπιο κλίμα των τελευταίων μηνών. Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν στις 11 Φεβρουαρίου, στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, δεν καλλιεργεί –τουλάχιστον επισήμως– προσδοκίες «άλματος» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αντιθέτως, αποκτά τον χαρακτήρα μιας δοκιμασίας αντοχής: μπορεί ο διάλογος να παραμείνει λειτουργικός, δομημένος και συνεχής, χωρίς να εκτροχιαστεί από τις πάγιες διαφορές;
Ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο κινούνται και οι δύο πλευρές είναι κοινός. Καμία δεν εγκαταλείπει τις θεμελιώδεις θέσεις της, καμία όμως δεν επιθυμεί επιστροφή σε ένα καθεστώς διαρκών κρίσεων. Αυτό μεταφράζεται σε μια άτυπη συμφωνία χαμηλών προσδοκιών αλλά ουσιαστικού πολιτικού περιεχομένου: να παραμείνει ζωντανός ο δίαυλος επικοινωνίας, χωρίς αιφνιδιασμούς και χωρίς την ανάγκη τρίτων «επιδιαιτητών», παρά τα σενάρια που κατά καιρούς επανέρχονται περί αμερικανικής διαμεσολάβησης.
Η Αθήνα επιμένει ότι το μοναδικό αντικείμενο διαπραγμάτευσης είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, τοποθετώντας σταθερά το ζήτημα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και της ενδεχόμενης προσφυγής στη Χάγη. Το μήνυμα είναι σαφές: η σταθερότητα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο συνιστά στρατηγική επιλογή και όχι συγκυριακό τακτικό ελιγμό. Ταυτόχρονα, η ελληνική πλευρά εμφανίζεται διατεθειμένη να επενδύσει σε μια «θετική ατζέντα» χαμηλής πολιτικής –εμπόριο, τουρισμός, μεταφορές, ενέργεια– ώστε να δημιουργείται ένα υπόστρωμα συνεργασίας που λειτουργεί αποτρεπτικά στην ένταση, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρξει και κάποια πρόοδος στη συνεργασία για το μεταναστευτικό, πεδίο στο οποίο και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν πρακτικές ανάγκες συνεννόησης.
Οι τουρκικές θέσεις
Η Αγκυρα, από την άλλη, επιδιώκει να εξετάζονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και όχι αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Σύμφωνα με τουρκικές τοποθετήσεις, στην ατζέντα της συνάντησης αναμένεται να βρεθούν τόσο διμερή όσο και περιφερειακά και διεθνή ζητήματα, ενώ δεν αποκλείεται να υπάρξει και υπογραφή εγγράφων συνεργασίας σε επιμέρους τομείς. Πρόκειται για μια προσέγγιση που δεν ταυτίζεται με την ελληνική ανάγνωση, ωστόσο εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατήρησης ανοιχτού διαύλου.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα της πιθανής επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικό αγκάθι. Για την Ελλάδα αποτελεί μονομερές κυριαρχικό δικαίωμα, κατοχυρωμένο από το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Για την Τουρκία, κόκκινη γραμμή. Το γεγονός ότι το θέμα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των δημόσιων δηλώσεων δεν αποκλείει την ύπαρξη μιας άτυπης αλλά ουσιαστικής συμφωνίας αμοιβαίας αυτοσυγκράτησης, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως ενδέχεται να αφαιρεθεί από το στρατηγικό λεξιλόγιο των δύο πλευρών στο μέλλον.
Η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου, επομένως, δεν θα κριθεί από ανακοινωθέντα ή από θεαματικές συμφωνίες. Θα κριθεί από το αν, την επόμενη ημέρα, οι μηχανισμοί διαλόγου θα συνεχίσουν να λειτουργούν και αν το κλίμα θα παραμείνει διαχειρίσιμο. Σε μια περίοδο γενικευμένης γεωπολιτικής ρευστότητας, αυτό από μόνο του συνιστά πολιτικό κέρδος.
Το στοίχημα, τελικά, είναι να αποδειχθεί ότι Ελλάδα και Τουρκία μπορούν να συνυπάρχουν σε ένα πλαίσιο ελεγχόμενων διαφορών, χωρίς να επιστρέφουν στα «θολά νερά» της έντασης. Οχι με αυταπάτες για εύκολες λύσεις, αλλά με την επίγνωση ότι η σταθερότητα, ακόμη και εύθραυστη, είναι προτιμότερη από την αβεβαιότητα.
