ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο νομπελίστας Αυστριακός συγγραφέας Πέτερ Χάντκε είναι γνωστός για το σπουδαίο και εκτενές έργο του σε διάφορα λογοτεχνικά είδη. Από τότε που πρωτοξεκίνησε τη λογοτεχνική του πορεία ξεχώρισε για την κριτική του στάση απέναντι στη σύγχρονη λογοτεχνία και έκτοτε έχει αποσπάσει τόσο αναγνώριση όσο και πολεμική. Τα γραπτά του συχνά εξερευνούν τη σύνθετη σχέση μεταξύ γλώσσας και αντίληψης, εξετάζοντας το πώς οι γλωσσικές δομές διαμορφώνουν την ανθρώπινη εμπειρία. Ενα τέτοιο ακριβώς βιβλίο είναι και «Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα» -κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εστία σε μετάφραση του Σπύρου Μοσκόβου- και όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, βασίζεται στην ιστορία του αδελφού της μητέρας του.

Ο κεντρικός χαρακτήρας, Γκρέγκορ Βέρφερ, εμφανίστηκε για πρώτη φορά πριν από σχεδόν 60 χρόνια στο πρώτο μυθιστόρημα του Χάντκε, «Οι Σφήκες», και έκτοτε αποτελεί επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα στο έργο του. Στην «Μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα», επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του για να ενημερώσει την οικογένειά του για τον θάνατο του λεγεωνάριου μικρότερου αδερφού του.

Η «Ιθάκη» του Γκρέγκορ όμως δεν ήταν όπως τη θυμόταν. Δεν αναγνωρίζει τους παλιούς του γνωστούς, ο τόπος του δεν είναι όπως τον άφησε και η παρηγοριά δεν βρίσκεται πουθενά. Συχνά ένας μυστηριώδης αφηγητής παρεμβαίνει επανειλημμένα στην αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ρωτώντας συνεχώς αν έχει βρεθεί η σωστή λέξη.

Ο Γκρέγκορ θυμάται τον νεκρό αδερφό του, χαμένος στις σκέψεις του, περιπλανιέται στους δρόμους του χωριού του, διχασμένος ανάμεσα στο τώρα και την παιδική τους ηλικία. Θυμάται πώς ο αδερφός του έγινε οικοδόμος και πώς ο ίδιος άρχισε αποστολές σε όλο τον κόσμο δουλεύοντας ως χρονικογράφος.

Χτυπά το κουδούνι του σπιτιού του, η οικογένεια τον καλωσορίζει και αμέσως του ανακοινώνεται ότι θα γίνει νονός του βρέφους της αδερφής του. Οι γονείς και η αδερφή του περιμένουν σιωπηλά -οι ερωτήσεις απαγορεύονται στο σπίτι με πατρικό διάταγμα- μια αναφορά για τον αγνοούμενο αδερφό του, αφού ο Γκρέγκορ ήταν ο μόνος που είχε διατηρήσει έστω και την παραμικρή επαφή μαζί του. Αλλά εκείνος δεν μπορεί ακόμα να μιλήσει για τον θάνατο του αδερφού του. Συνεχώς αναβάλλει την ανακοίνωση, λες και φοβόταν πως αν το ξεστομίσει ο θάνατος θα γίνει πραγματικό γεγονός.

Τις επόμενες μέρες προτιμά να περιπλανηθεί, επισκέπτεται τον παλιό οπωρώνα, πηγαίνει στον κινηματογράφο, σταματά σε μια ταβέρνα, μιλάει σ’ έναν πάστορα, αγοράζει ένα παλτό, λέει ιστορίες για τη φύση και το δάσος, και τελικά αποφασίζει να μην ξαναπάει στο πατρικό σπίτι.

«Ο Γκρέγκορ Βέρφερ πέρασε τα υπόλοιπα βράδια και τις νύχτες μέχρι την πτήση της επιστροφής σε μέρη όπου έμπαινε κόσμος, κυρίως ταβέρνες, εκτός από τη νύχτα εκείνη που ο παλιός του φίλος, ο πρώην πάστορας, του παραχώρησε εν αναμονή των προσκεκλημένων για τα βαφτίσια ένα μέρος να κοιμηθεί στην εκκλησία που δεν λειτουργούσε πια…».

Μόνο την ημέρα της βάφτισης βλέπει ξανά την οικογένειά του και, ανήμπορος να συγκρατηθεί άλλο, λέει στην αδερφή του για τον θάνατο του μικρότερου αδερφού της.

Αυτή η «παραλυτική» διαπίστωση του να νιώθεις ξένος στην πατρίδα σου, όπως και το αίσθημα ότι ανήκεις μόνο στις αναμνήσεις σου, είναι γνώριμο πεδίο στη λογοτεχνία του Αυστριακού συγγραφέα. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, το βιβλίο του «Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό», όπου μιλάει, «χωρίς υπαινιγμούς, και για μια προσωπική περιπλάνηση στον υποκειμενικό χώρο των αναμνήσεών του, για μια διστακτική και συνάμα ηθελημένη εξερεύνηση “αυτού του χρόνου και του άλλου”, για τα πρώτα του βήματα στον καινούργιο κόσμο της ψυχής του».

Είναι συγκινητικός ο τρόπος με τον οποίο ο Χάντκε περιγράφει την ψυχολογία του «τελευταίου θαμώνα», θυμίζοντας στους αναγνώστες το αίσθημα αγαλλίασης και ανακούφισης που κάποιες φορές έχουμε νιώσει σε ένα φιλικό καφέ ή μια ταβέρνα σαν να είναι ένα είδος «καταφυγίου»: «Είχαν σιγήσει τα κοντάρια που χτυπούσαν πριν και οι τέντες που κατέβαιναν επάνω τους (τόσο οικεία κλαγγή), για να προστατεύουν τ’ αμάξια με την πραμάτεια που θα έφταναν πριν χαράξει. Ωρα για τον τελευταίο θαμώνα να εξαφανιστεί. Αυτός όμως μπήκε σαν να ήταν αυτονόητο στην κουζίνα και έγινε δεκτός με εξίσου αυτονόητο τρόπο από τον μάγειρα που έγραφε εκείνη την ώρα τη λίστα με τα ψώνια. Ή μήπως ήταν ο βοηθός μάγειρα; Ή μήπως και νυχτερινός φύλακας; Γιατί αφού πρώτα οι δύο τους, αυτός που διψούσε και αυτός που κερνούσε, κατέβασαν ένα-δυο ποτηράκια, ο άλλος πρότεινε στον Γκρέγκορ να κοιμηθεί τη νύχτα σε ένα κρεβάτι σε κάποιο από τα πίσω δωμάτια -υπήρχαν αρκετά-, κι αυτός αποδέχθηκε αμέσως την πρόταση».

Είναι σημαντικό για να καταλάβει κανείς τη λογοτεχνία του Χάντκε να ξέρει ότι ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1942, όταν η Αυστρία ήταν ακόμα μέρος του Γερμανικού Ράιχ. Εζησε και μεγάλωσε σε ένα μετέωρο περιβάλλον. Με τους ήρωές του και τις ιστορίες τους βρήκε τον δικό του τρόπο να περιγράψει έναν χαοτικό κόσμο που αποτελείται από μια γεωγραφία -αλλά και μια ανθρωπογεωγραφία- που άλλαξε για πάντα και προσπαθεί έκτοτε να προσδιοριστεί. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι από την πρώτη σελίδα της «Μπαλάντας του τελευταίου θαμώνα» εισάγει τους αναγνώστες σ’ αυτή την ιστορία του με δύο αναφορές που δηλώνουν πως αυτό είναι ένα βιβλίο αυτεπίγνωσης αλλά και συνεχούς αγωνίας. Η μία αναφορά είναι από την Οδύσσεια του Ομήρου «…πη κεν υπεκπροφύγοιμι;» (…πού θα μπορούσα να φυγαδευτώ;) και η άλλη από το «Wunderkind» της Carson McCullers: «Ηθελε να ξεκινήσει να παίζει με καταπνιγμένη βιαιότητα… και να προχωρήσει προοδευτικά σ’ ένα συναίσθημα βαθιάς, διογκωμένης θλίψης».