Τα πρόσφατα γεγονότα στη Βενεζουέλα φέρνουν και πάλι στο προσκήνιο μια χώρα που, με περίπου 330 δισ. βαρέλια, έχει το μεγαλύτερο πετρελαϊκό απόθεμα στη Γη. Ο Τραμπ μίλησε ανοιχτά για ένα φιλόδοξο σχέδιο «απελευθέρωσης» του πετρελαίου της Βενεζουέλα, παρουσιάζοντας τη χώρα ως ευκαιρία στρατηγικής σημασίας για τις ΗΠΑ. Πού στήριξε, όμως, αυτές τις αξιώσεις;
Η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων στη λατινοαμερικανική χώρα συνιστούσε πάντα ιδιόμορφη περίπτωση. Αμερικανικές εταιρείες είχαν παίξει σημαντικό ρόλο στην εκτόξευση και διατήρηση της εγχώριας πετρελαϊκής άνθησης, ήδη από το 1910: Η Standard Oil (προκάτοχος της ExxonMobil) και η Gulf Oil (που τελικά έγινε μέρος της Chevron) επένδυσαν σοβαρά στην έρευνα, στις γεωτρήσεις και στην ανάπτυξη υποδομών, μετατρέποντας τη Βενεζουέλα σε σημαντικό προμηθευτή σε παγκόσμια κλίμακα. Το κράτος διατήρησε νόμιμα τα δικαιώματα ιδιοκτησίας υπεδάφους, αλλά το γεγονός ότι έδωσε ευρέα δικαιώματα εκχώρησης (concessions) σε ξένες εταιρείες, όπως η Royal Dutch-Shell, ισοδυναμούσε με παραχώρηση και του ελέγχου των αποθεμάτων και της παραγωγής σε αυτές. Με αυτόν τον τρόπο οι γραμμές μεταξύ της ιδιοκτησίας των αποθεμάτων και δικαιωμάτων παραγωγής θόλωναν επικίνδυνα.
Ακολούθησε το σχέδιο εθνικοποίησης για τις πετρελαϊκές δραστηριότητες που ολοκληρώθηκε σε δύο διακριτές φάσεις: ξεκίνησε το 1976, με την ίδρυση της κρατικής Petróleos de Venezuela (PDVSA). Μετά την κρίση που προκάλεσε το εμπάργκο του 1973, η Βενεζουέλα αποφάσισε να προχωρήσει σε πλήρη κρατικό έλεγχο των ενεργειακών της πόρων, προκειμένου να εξασφαλίσει την αυτονομία της. Η μετάβαση στο νέο αυτό καθεστώς έγινε όσο πιο ομαλά μπορούσε: είναι χαρακτηριστικό ότι οι αμερικανικές εταιρείες παρέμειναν στο πεδίο ως συνεργάτες, παρέχοντας τεχνογνωσία, κεφάλαιο και τεχνολογία. Κι αυτό διότι το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου της χώρας, εντοπιζόμενο στη λεγόμενη Ζώνη του Orinoco, ανήκει στην κατηγορία του εξαιρετικά βαρέος αργού (ultra-heavy crude). Αυτό συνεπάγεται ότι η παραγωγή του απαιτεί επιπλέον επεξεργασία, όπως θέρμανση ή αραίωση με ελαφρύτερους υδρογονάνθρακες, ώστε να μπορέσει να διυλιστεί. Η Βενεζουέλα είχε ανάγκη τεχνική συνδρομή για να μπορεί να το εκμεταλλεύεται. Κατ’ ουσίαν, η PDVSA υπέγραψε αμέσως συνεργασία με τις ίδιες τις εταιρείες που απαλλοτριώθηκαν.
Υπό αυτό το πρίσμα, το επιχείρημα της «εκδίωξης» που εκφράστηκε από την αμερικανική πλευρά δεν φαίνεται να στέκει – πόσο μάλλον η σκληρή αποστροφή του αναπληρωτή επιτελάρχη Πολιτικής και Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Stephen Miller στο Χ ότι η «τυραννική απαλλοτρίωση στην πετρελαϊκή βιομηχανία ήταν η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη κλοπή αμερικανικού πλούτου και ιδιοκτησίας». Το ίδιο βέβαια και οι εξαγγελίες του προέδρου Τραμπ περί ανάκτησης εκείνων που δικαιωματικά ανήκουν στις ΗΠΑ («Εμείς χτίσαμε τη βιομηχανία της Βενεζουέλας και τώρα θα την πάρουμε πίσω»).
Πιθανότατα οι ανωτέρω δηλώσεις ανατρέχουν στη δεύτερη φάση της εθνικοποίησης: το 2007, και υπό τον Τσάβες πλέον, η χώρα ξεκίνησε να εφαρμόζει ένα νέο μοντέλο ιδιοκτησίας και προέβη εκ νέου σε αναμόρφωση του ενεργειακού της τομέα. Οι ξένοι παράγοντες εξαναγκάστηκαν σε θέσεις μειοψηφίας με την εθνική εταιρεία της χώρας, την PDVSA, να λαμβάνει κυρίαρχο ρόλο. Κολοσσοί όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips εγκατέλειψαν τη χώρα και ξεκίνησαν διαιτητικές διαδικασίες για μη αποζημιωθείσες κατασχέσεις. Τα διαιτητικά αυτά δικαστήρια αργότερα επιδίκασαν δισεκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση στις ξένες εταιρείες, όμως η Βενεζουέλα σε μεγάλο βαθμό δεν μπόρεσε να τις ικανοποιήσει.
Η αδυναμία ήταν πραγματική, αλλά σε κάθε περίπτωση η στροφή στην εθνικοποίηση δεν μπορεί να επικριθεί ως κλοπή, παρά μάλλον ως μια έκφραση του «αναπτυξιακού κράτους» («developmental state»), ενός μοντέλου που εστιάζει στην κρατική παρέμβαση για την επίτευξη ανάπτυξης μέσω του στρατηγικού σχεδιασμού, της βιομηχανικής πολιτικής και της οικονομικής αυτονομίας. Ο ιδιωτικός παράγοντας θεωρείται είτε ανίκανος είτε ακατάλληλος για τους ανωτέρω σκοπούς, επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με ξένα συμφέροντα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτό το μοντέλο είχε στηριχθεί και η Βραζιλία στην αντίστοιχη διαδικασία εθνικοποίησης του πετρελαϊκού τομέα. Σε αντίθεση με τη Βενεζουέλα, η βραζιλιάνικη προσπάθεια κρίθηκε πιο επιτυχημένη: η Petróleo Brasileiro (Petrobras) είναι πλέον μια ελεγχόμενη από το κράτος επιχείρηση, στην οποία όμως ταυτόχρονα ιδιώτες επενδυτές μπορούν να αγοράζουν και να πωλούν μετοχές, ενώ οι συνεργασίες με ιδιωτικές πετρελαϊκές εταιρείες προσελκύουν ξένο κεφάλαιο. Το παράδειγμα της Βραζιλίας καταδεικνύει ότι ο κρατικός έλεγχος στην παραγωγή πετρελαίου δεν είναι αυτομάτως κακός για την οικονομική ευημερία μιας χώρας.
Καθώς η Βενεζουέλα περνάει σε νέα εποχή –και με τις εταιρείες στο πεδίο να αρνούνται την επιστροφή τους στη χώρα, που τη χαρακτήρισαν ακατάλληλη για επενδύσεις («uninvestable»)– είναι σίγουρο ότι παραδείγματα σαν εκείνο της Βραζιλίας μπορούν να προσφέρουν χρήσιμα συμπεράσματα.
*Δικηγόρος – υπ. διδάκτορας
