Δεν είναι ακόμα ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν είναι ακόμα μία συγγραφέας. Τη Λεία Βιτάλη εμείς τη γνωρίσαμε μέσα από το θέατρο, καθώς έχουν ανέβει περίπου δέκα θεατρικά της και για τα έργα της «Ροστμπίφ, ο δισταγμός της Κλυταιμνήστρας πριν το φόνο» και «Το Γεύμα» τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο θεατρικού έργου. Το «Ροστμπίφ» έχει κερδίσει τιμητική διεθνή διάκριση σε διαγωνισμό υπό την αιγίδα του ιδρύματος Χάρολντ Πίντερ, το θεατρικό της «Τζιν Φιζζ» με το βραβείο ΠΕΛ (Πανελλήνια Ενωση Λογοτεχνών), το ιστορικό μυθιστόρημά της «Το παραμύθι του μεγάλου φόβου» έχει τιμηθεί με το μέγα βραβείο λογοτεχνίας Τρανούλη και η ταινία «Ελεύθερη Κατάδυση» σε σκηνοθεσία Γιώργου Πανουσόπουλου και σε σενάριό της έχει τιμηθεί με κρατικό βραβείο καλύτερης ταινίας.
Ως σεναριογράφος έχει βραβευτεί και για τη σειρά «Ματωμένα Χώματα» σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη για τη διασκευή του γνωστού βιβλίου της Διδώς Σωτηρίου. Πολλά και άλλα μπορούμε να πούμε για τη Λεία Βιτάλη, αλλά προσώρας θα μιλήσουμε κυρίως για τη σχέση της με την ελληνική επανάσταση, που είναι… επαναστατική. Και επιστημονική και ενός επιπέδου και μιας αισθητικής που δεν υποτιμά τα γεγονότα, ούτε τα «μεγαλοποιεί» με βάση μια ανιστόρητη φαντασία (έως φαντασιοπληξία) – αυτό το λέμε γιατί είναι πολύ επικίνδυνο να γίνεται προσπάθεια προβολής ιστορικών γεγονότων υπό λάθος πρίσμα. Οπως συνέβη με την πρόσφατη ταινία, για παράδειγμα, του Γιάννη Σμαραγδή, στην οποία ακούσαμε το απίστευτο: να λέει ο Καποδίστριας στον Κολοκοτρώνη «Ελα Θοδωράκη, πάμε!». Εμείς πάλι θα πάμε κάπου εντελώς αλλού, αν και στην ίδια ιστορική περίοδο.
Για την αδικία
«Εγραψα το μυθιστόρημα “Η οργή των μικρών ανθρώπων” γιατί ζούμε σε μια εποχή που οργιάζει η οργή και γιατί είμαι γυναίκα». Ετσι ξεκινάει η κουβέντα μας με τη Λεία Βιτάλη με αφορμή το νέο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες εβδομάδες από τις εκδόσεις Πατάκη, και καταλαβαίνουμε τα πάντα μέσα από αυτή την πρώτη φράση. «Ως γυναίκα μπορώ να ταυτιστώ εύκολα με όλους εκείνους τους μικρούς, απλούς ανθρώπους που είναι οργισμένοι. Οργισμένοι γιατί θεωρούνται κατώτεροι, οργισμένοι γιατί είναι οι μη κατέχοντες, γιατί είναι αδικημένοι, ντροπιασμένοι, υποτιμημένοι. Αλλά είμαι και οργισμένη για όλα αυτά που και στην εποχή μας εξακολουθούν να συμβαίνουν εις βάρος των γυναικών από κάποιους οι οποίοι ακόμη τις θεωρούν κατώτερα και εύκολα χειραγωγήσιμα πλάσματα στα οποία μπορούν να ξεσπούν την οργή τους».
Το βιβλίο πραγματεύεται την ύπουλη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, γιου του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, και με αυτή την αφορμή η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της ελληνικής επανάστασης από μια διαφορετική και εντελώς πρωτότυπη οπτική. Ο ίδιος ο πατέρας Κολοκοτρώνης αναλαμβάνει να βρει τον δολοφόνο του Πάνου, μια δολοφονία που ακόμη και σήμερα έχει μείνει ανεξιχνίαστη. Ο Κολοκοτρώνης στην έρευνά του αυτή θα φέρει στο φως μυστικές συμφωνίες και δολοπλοκίες Ευρωπαίων αλλά και Ελλήνων που υπονόμευαν ή ήθελαν να χειραγωγήσουν την επανάσταση προς όφελος τους. Αλλά η οργή των μικρών ανθρώπων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Κολοκοτρώνης πριν γίνει ήρωας, κατάφερε να φτάσει την επανάσταση μέχρι την ολοκλήρωσή της. «Η οργή, όπως απέδειξε η Ιστορία, μπορεί να οδηγήσει σε επαναστάσεις που είναι η αντίδραση στον άλλο πόλο της διαμάχης: την απληστία της εξουσίας» μάς λέει η κ. Βιτάλη. «Οι σκέψεις αυτές με ώθησαν συνειρμικά στην ελληνική επανάσταση του 1821. Συμπτωματικά μάλιστα μέσα από οικογενειακά κειμήλια ανακάλυψα ότι σε αυτό το γεγονός συμμετείχε ενεργά και ένας πρόγονός μου από τη Μάνη.
»Με όλη αυτή τη φόρτιση άρχισα να μελετώ τις συνθήκες της επανάστασης. Εκεί συνάντησα τον πιο οργισμένο ίσως “μικρό” άνθρωπο της ιστορίας μας, τoν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ταυτίστηκα μαζί του και ξεκίνησα την περιπέτεια. Η έρευνά μου κράτησε αρκετά χρόνια σε ελληνικά και ξένα αρχεία. Κάποια στιγμή θέλησα να ενημερωθώ σχετικά με τον τρόπο που και άλλες Ελληνίδες συγγραφείς αντιμετώπισαν σε κάποιο μυθιστόρημά τους την ελληνική επανάσταση – ήταν έκπληξη για μένα το γεγονός ότι δεν βρήκα κανένα άλλο μυθιστόρημα που να ασχολήθηκε με την ελληνική επανάσταση ως κύριο θέμα. Βέβαια υπάρχουν πολλά δοκίμια, έρευνες και μελέτες από Ελληνίδες ιστορικούς, με κορυφαία θα έλεγα τη Μαρία Ευθυμίου, αλλά και συγγραφείς όπως η Ρέα Γαλανάκη και η Πηνελόπη Δέλτα.
»Κατάλαβα, λοιπόν, ότι η ευθύνη να καταπιαστώ με αυτή την περίοδο ήταν μεγάλη. Εψαξα σε πολλές πηγές, για ν’ ανακαλύψω μία άλλη αλήθεια και να διαμορφώσω και να προσφέρω μια διαφορετική, ανθρωποκεντρική άποψη για την ελληνική επανάσταση, για τις νοοτροπίες, για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της φυλής που χάνονται βαθιά στον χρόνο. Εψαχνα ήρωες με ανθρώπινο πρόσωπο – αυτό ήθελα. Ενα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα που συνάντησα στην πορεία της έρευνάς μου και πάνω στο οποίο στήριξα όλο το συγγραφικό εγχείρημα ήταν η ύπουλη δολοφονία του πρωτότοκου 24χρονου γιου του Κολοκοτρώνη, Πάνου, ο οποίος προοριζόταν από τον πατέρα του για κυβερνήτης της ελεύθερης Ελλάδας. Αλλά ο Πάνος είχε την ίδια μοίρα με τον Καποδίστρια πριν καν αναλάβει τον ηγετικό του ρόλο. Κατά τη διάρκεια ενός εμφυλίου (πάντα ένας εμφύλιος ξεσπά σε τέτοιες εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες όπου κινδυνεύει το κατεστημένο) δολοφονήθηκε ύπουλα και ανεξιχνίαστα.
Ερευνα
»Μέσα από αυτή την έρευνα ξετυλίγεται η ιστορία της ελληνικής επανάστασης με μια διαφορετική οπτική, την οπτική του ήρωα “μικρού ανθρώπου” Κολοκοτρώνη. Συγχρόνως το βιβλίο αποτελεί και ένα ψυχογράφημα, καθώς αναδεικνύεται πλέον ο ήρωας Κολοκοτρώνης ως άνθρωπος με αδυναμίες, πάθη, οράματα και με ιδιάζουσα ιδιοσυγκρασία. Με παρορμητισμό, έντονο ερωτισμό, ζωντάνια και πληθωρικότητα, καθώς πρωτοστατούσε πάντα στα τραγούδια, στους χορούς, στη ρακοποσία ως άλλος Ζορμπάς πριν από τον Ζορμπά, αλλά και την πολεμοχαρία του. Χαρακτηριστικά τα οποία συνέλεξα από υπαινιγμούς μέσα από τις πηγές που μελέτησα, χρησιμοποιώντας συγχρόνως τη λογοτεχνική φαντασία η οποία καλύπτει τα κενά που αφήνει η επίσημη Ιστορία. Αυτός πιστεύω ότι είναι και ο ρόλος του ιστορικού μυθιστορήματος στη σύγχρονη εποχή: να αποκαλύπτει μια άλλη αλήθεια, να παρουσιάζει πτυχές που κρύβονται από την επίσημη Ιστορία».
Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια στο εξωτερικό, αλλά και στην Ελλάδα, υπάρχει άνθηση του ιστορικού κειμένου – τόσο ως μυθιστόρημα όσο και ως σενάριο για τηλεόραση ή ταινία. «Ισχύει, διαμορφώνεται όμως με διαφορετικούς κανόνες απ’ ό,τι στο παρελθόν» μάς εξηγεί η κ. Βιτάλη.
«Θα έλεγα ότι για να έχει λόγο ύπαρξης, δεδομένου ότι τα πάντα αναθεωρούνται, θα πρέπει τουλάχιστον να φωτίζει το παρελθόν και τους ήρωες με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι ένα επίσημο βιβλίο Ιστορίας. Να αναδεικνύει νέους ήρωες, αδικημένους από την επίσημη Ιστορία ή αμφιλεγόμενους, που ανήκουν στις σκοτεινές σελίδες. Προσωπικά πιστεύω ότι το ιστορικό μυθιστόρημα είναι κατά βάση πολιτικό, διότι n ίδια n Ιστορία είναι συνδεδεμένη με την πολιτική.
»Βέβαια τα στεγανά του παρελθόντος ο συγγραφέας δεν είναι εύκολο να τα σπάσει, δεδομένου ότι είναι κατά την έρευνά του συνεχώς κυκλωμένος από τις κυρίαρχες ερμηνείες. Ωστόσο οφείλει να επιτρέψει στη φαντασία του να δημιουργήσει ένα μαγευτικά ρεαλιστικό ιστορικό σύμπαν, το οποίο να πατάει γερά στα γεγονότα. Ξέρετε, η δυσκολία για έναν συγγραφέα δεν είναι να κρύψει, αλλά να πει κάποιες κρυμμένες αλήθειες και γι’ αυτό πρέπει να δώσει τη δική του μάχη. Αυτός όμως είναι ένας καλός στόχος του ιστορικού μυθιστορήματος και σε αυτό ίσως μπορεί να συμβάλλει η διαφορετική γυναικεία ματιά» καταλήγει.
