Το Σύνταγμα μπορεί να αποτελεί ένα ζωντανό κείμενο, το οποίο προσαρμόζεται διά της ερμηνείας στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, αυτό όμως δεν μειώνει την αξία της τυπικής διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης. Γιατί, πολύ απλά, ένα Σύνταγμα μπορεί να περιέχει και ανεπιτυχείς διατάξεις (όπως αποδεικνύει ενίοτε η πράξη) ή διατάξεις που κατέστησαν παρωχημένες και προβληματικές στην πάροδο του χρόνου. Ας δούμε λ.χ. τη διάταξη του άρθρου 14 του Συντάγματος περί της δυνατότητας κατάσχεσης εντύπων με διάταξη του εισαγγελέα. Υπάρχει κανείς που μπορεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ της διατήρησης αυτής της διάταξης στη σημερινή εποχή του διαδικτύου;
Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι εάν πρέπει να γίνει μια συνταγματική αναθεώρηση, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις και προς ποια κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά. Αποτελεί λ.χ. κοινό τόπο ότι θα πρέπει να αναθεωρηθεί το άρθρο 86 του Συντάγματος περί ποινικής ευθύνης των υπουργών, όπως επίσης και το άρθρο 90 περί της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Εξίσου σημαντική είναι και η τόνωση των θεσμικών αντιβάρων στο σύγχρονο πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, λ.χ. μέσω της ενίσχυσης των εξουσιών της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας και της ενδυνάμωσης του ρόλου της δημοκρατίας με ουσιαστικές αρμοδιότητες, όπως τη συμμετοχή στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και των μελών των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών. Ομοίως θα πρέπει να αποκατασταθεί και η ασφάλεια του δικαίου, λ.χ. μέσω της εισαγωγής στοιχείων προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων.
Ολα τα ανωτέρω όμως τελούν υπό τρεις απαράβατες προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι να αποφευχθεί ο «συνταγματικός μαξιμαλισμός» και η θέσπιση διατάξεων που διχάζουν αντί να ενώνουν. Η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων (μιας από τις εμβληματικές μεταρρυθμίσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Σύνταγμα του 1911) δεν λαμβάνει υπόψη ότι τα όποια προβλήματα στη δημόσια διοίκηση δεν απορρέουν από το συνταγματικό κείμενο, αλλά από την εφαρμογή του στην πράξη.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να διδαχθούμε από τη διεθνή εμπειρία. Σε σχέση λ.χ. με την εισαγωγή συνταγματικών διατάξεων περί δημοσιονομικής σταθερότητας, ας δούμε τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε η αντίστοιχη ρύθμιση στη Γερμανία. Και, τέλος, η συνταγματική αναθεώρηση θα πρέπει να ιδωθεί ως ένα χρήσιμο πολιτειακό εργαλείο και όχι ως μέσο πολιτικής εργαλειοποίησης. Γιατί και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία θεσπίσθηκε στο Σύνταγμά μας το 2019, μέχρι σήμερα όμως, έξι και πλέον χρόνια μετά, δεν έχει ψηφισθεί ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος!
*Καθηγητής Νομικής Σχολής
