ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το περιβόητο βιβλίο μαρτυρίας της Βανεσά Σπρινγκορά, «Η συναίνεση» (2020), γνωρίζει μια τριπλή, σχεδόν ταυτόχρονη, είσοδο στον καλλιτεχνικό μας ορίζοντα. Πρώτα ως κινηματογραφική μεταφορά, το 2023, από τη Βανέσα Φιλό· έπειτα ως βιβλίο, μόλις το 2025, από τις εκδόσεις Μετρονόμος με τη μετάφραση του Γιώργου-Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη· και τώρα, τη νέα σεζόν, ως σκηνική κατάθεση στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης σε μετάφραση της Βένιας Σταματιάδη, διασκευή της Ειρήνης Μουντράκη και σκηνοθεσία της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου.

Ο σχεδόν blitz αυτός τρόπος με τον οποίο η «Συναίνεση» εισήλθε στα γράμματα και τις τέχνες μας επιβεβαιώνει, αν μη τι άλλο, τη βαρύτητα που αποκτά η κατάθεσή της για τη σύγχρονη πολιτισμική μας αυτοαντίληψη. Πρόκειται για βιβλίο που διαταράσσει την έως πρόσφατα «κανονική» τροχιά της γραφής: από την εμπειρία προς το χαρτί και από τον συγγραφέα προς τον αναγνώστη. Η «Συναίνεση» επαναπροσδιορίζει τους ίδιους τους όρους της γραφής, αφού πρώτα αποσυναρμολογήσει τη δεδομένη δομή που τη στήριζε και τη νομιμοποιούσε. Εδώ η εμπειρία δεν καταγράφεται απλώς, αλλά επιστρέφει από το χαρτί στον αρχικό μάρτυρα, ενώ ο αναγνώστης -ή θεατής- καλείται να αναλάβει ενεργά τη συγκρότηση της αφήγησης. Ο ιστορικός συγγραφέας μετατοπίζεται έτσι από τη θέση του αφηγητή στη θέση του ίδιου του αντικειμένου της ιστορίας του.

Ειλικρίνεια

Τι μας λέει τελικά η «Συναίνεση»; Αφηγείται πως κάπου στη δεκαετία του ’80 ένα δεκατετράχρονο κορίτσι -σαφώς χαρισματικό και μεγαλωμένο σε ένα περιβάλλον που ευνοεί την πρόωρη ωρίμανση και την εξοικείωση με τον κόσμο των ενηλίκων–, παγιδεύεται στη γοητεία ενός άντρα με ισχυρό συμβολικό κεφάλαιο: του Γκαμπριέλ Ματζνέφ. Ενός συγγραφέα βαθιά ενσωματωμένου στον λογοτεχνικό μικρόκοσμο της εποχής, αναγνωρισμένου και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενου, σταθερού θαμώνα των παρισινών σαλονιών. Ο Ματζνέφ υπήρξε μία από τις προβεβλημένες φωνές των γαλλικών γραμμάτων μετά το ’68, με εκτενές συγγραφικό έργο, δοκίμια, μυθιστορήματα, ημερολόγια, στο οποίο κατέγραφε με εντυπωσιακή ειλικρίνεια τις παιδοφιλικές του πρακτικές, εντός και εκτός Γαλλίας, καλυμμένες όμως από ένα πέπλο αισθητικοποίησης και υφολογικής αυτάρκειας, χαρακτηριστικής ενός συγκεκριμένου γαλλικού λογοτεχνικού ήθους.

Κι όμως. Τίποτε από όλα αυτά δεν φαίνεται να ενοχλεί ουσιαστικά τους κύκλους του Ματζνέφ, οι οποίοι διαχέουν την αξία του από τα λογοτεχνικά στέκια της Μονμάρτης έως τα γραφεία του Ελιζέ. Αντίθετα, ο συγγραφέας μοιάζει να απολαμβάνει την ιδιότυπη εκείνη ασυλία που η γαλλική διανόηση έχει ιστορικά επιφυλάξει σε όσους μπορούν να ζουν σαν λιμπερτίνοι, να σκέφτονται σαν φιλόσοφοι και να γράφουν με την αυστηρότητα ενός μοναχού. Η «απόκλισή» του λειτουργεί περισσότερο σαν διακριτικό γνώρισμα: όσο παραμένει στην επιφάνεια, ντυμένη με την επίφαση μιας ηθικής ανωτερότητας απέναντι στο υποτιθέμενα σάπιο και συντηρητικό σύστημα των αστικών αξιών, τόσο ενισχύει το κύρος του. Ο Ματζνέφ ενσαρκώνει για κάποιους έναν καθυστερημένο «Μάη του ’68» μέσα στη βαρυχειμωνιά της δεκαετίας του ’80· μια φιγούρα ελευθεριότητας που αποκτά αναγνωρισιμότητα, ακριβώς επειδή φαίνεται να επιμένει εκεί όπου το πνεύμα της εποχής έχει ήδη αποσυρθεί.

Η Σπρινγκορά υπήρξε επομένως θύμα όχι μόνο ενός διεθνώς προβεβλημένου «καζανόβα ανηλίκων», αλλά και ενός πλέγματος προσώπων και θεσμών που είχαν ήδη αποδεχτεί ή σιωπηρά νομιμοποιήσει την πρακτική του. Η συναίνεσή της στη σχέση με έναν άντρα τριάντα πέντε χρόνια μεγαλύτερό της δεν αφορά αποκλειστικά την ίδια. Αφορά μια ολόκληρη πυραμίδα εξουσίας, μια κανονική «δομή», στην οποία το δεκατετράχρονο κορίτσι βρέθηκε εξ αρχής στο χαμηλότερο επίπεδο. Πρόκειται για ένα σύστημα ικανό να ερμηνεύει τα γεγονότα με τους δικούς του όρους: ακόμη και μια σχέση θεμελιωδώς παιδοφιλική μπορεί στο εσωτερικό αυτού του πλαισίου να μεταφραστεί σε «καλλιτεχνική εκκεντρικότητα», «ηθική ανεξαρτησία» ή «σεξουαλική απελευθέρωση».

Η αρχική μαρτυρία της Σπρινγκορά οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε μια παράσταση-μαρτυρία από τη Λαμπρινοπούλου. Η σκηνοθέτρια ανήκει στην τελευταία γενιά του θεάτρου, που εισάγει τα πρόσφατα εργαλεία αποδόμησης προκειμένου να ανασυντάξει κείμενο, εικόνα και σκηνική δράση. Το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται πλέον στην ίδια την ιστορία, αλλά σε όσα αυτή αποκαλύπτει ακόμη και άθελά της. Η Λαμπρινοπούλου συγκροτεί έτσι μια σκηνική πράξη γύρω από τη γραφή και το σώμα. Από τη μία, λευκές σελίδες απλώνονται στη σκηνή και σημαδεύονται με κόκκινο μαρκαδόρο σε μια απελπισμένη προσπάθεια της άγουρης κοπέλας να συγκροτήσει με τις λέξεις τον εαυτό και την εμπειρία της σε έντονη αντιπαραβολή με την έτοιμη, την ολοκληρωμένη και θεσμικά κατοχυρωμένη γραφή του ερωμένου της. Από την άλλη, το νεανικό σώμα: ένα σώμα που πάσχει, διαρρηγνύεται και λερώνεται και ταυτόχρονα συναντά, σε μια ποιητική σφαίρα, το ωριμότερο είδωλό του.

Φορέας μνήμης

Στην παράσταση του Υπογείου αρθρώνεται ίσως η πιο ουσιαστική σκέψη γύρω από τη «συναίνεση» ειδικότερα και το MeToo γενικότερα. Ο άξονάς της είναι το σώμα ως φορέας μνήμης, που αναλαμβάνει να επαναφέρει τον χρόνο υπό όρους ελέγχου. Γι’ αυτό και η «αφηγήτρια» δεν επιστρέφει στη σκηνή του τραύματος για να την αναπαραστήσει εκ νέου, αλλά για να την επανατοποθετήσει μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο νοήματος. Η διπλή αυτή χρονικότητα -η ανήλικη εμπειρία και η ενήλικη φωνή που την αφηγείται- οργανώνει τη δραματουργία με τρόπο καθαρό, αποστασιοποιημένο και βαθιά κριτικό. Η μόνη μου επιφύλαξη αφορά την απουσία σε ορισμένα σημεία μιας σαφέστερης διευκρινιστικής γέφυρας ανάμεσα στις σκηνές, η οποία θα διευκόλυνε τον θεατή. Για παράδειγμα εμφανίζονται απειλητικά γράμματα που λαμβάνει η νεαρή Βανεσά, χωρίς να καθίσταται απολύτως σαφές από πού προέρχονται. Αντίστοιχα σε μια άλλη σκηνή ο συγγραφέας προσεύχεται δίπλα της σε μια εικόνα ισχυρή μεν, αλλά δραματουργικά ασαφή ως προς τα κίνητρά της. Πρόκειται για στιγμές που θα ωφελούνταν από έναν καθαρότερο σκηνικό ή δραματουργικό φωτισμό, ώστε να γίνεται ευκρινέστερο το πλαίσιο μέσα στο οποίο εγγράφονται.

Θεατρικό δίπολο

Το διπλό σώμα της Βανεσά, όπως συγκροτείται από τη Βένια Σταματιάδη (ως αφηγήτρια) και τη Μαριλένα Μπαρταλούτσι, βρίσκεται στον πυρήνα της παράστασης. Η ήρεμη, ελεγχόμενη συγκρότηση της πρώτης και η ελαφρότητα, σχεδόν αιωρούμενη παρουσία της δεύτερης συνθέτουν ένα θεατρικό δίπολο ιδιαίτερης έντασης. Αντίστοιχο δίπολο αρθρώνεται και στην περίπτωση του Ματζνέφ, τον οποίο ερμηνεύει ο Κλέων Γρηγοριάδης: ένα πρόσωπο που ισορροπεί στο όριο ανάμεσα στην καταγγελία ενός καθ’ ομολογίαν παιδόφιλου -χωρίς ενοχές ή αναστολές- και τη γοητεία ενός χαρισματικού συγγραφέα. Η ερμηνεία του δεν απλοποιεί το σχίσμα, αλλά κατορθώνει να το συγκρατήσει σκηνικά συνθέτοντας και τις δύο όψεις σε ένα σύνθετο, ανησυχητικό σύνολο. Σημαντική είναι και η παρουσία του μουσικού επί σκηνής Andy Val, της οποίας η ακατέργαστη, ανεπιτήδευτη ποιότητα προσδίδει στην παράσταση έναν τόνο αυθεντικού «θεάτρου της μαρτυρίας». Εχοντας και την επιμέλεια της μουσικής σύνθεσης, προσφέρει στιγμές εσωτερικής ακρόασης των γεγονότων, που λειτουργούν σαν υπόγεια σχόλια. Τη λιτή και ουσιαστική σκηνογραφία και τα κοστούμια υπογράφει η Αρτεμις Φλέσσα, υπηρετώντας με συνέπεια τη συνολική σκηνική οικονομία της παράστασης.

Η «Συναίνεση» δεν έρχεται για να κλείσει λογαριασμούς, αλλά να ανοίξει ερωτήματα. Πριν βιαστούμε να δείξουμε με το δάχτυλο τους «διεφθαρμένους Γάλλους κουλτουριάρηδες και τα καμώματά τους», αξίζει ίσως να αναρωτηθούμε πόσες αντίστοιχες «δομές» αναγνωρίζουμε στον δικό μας χώρο: μηχανισμούς που άλλοτε δικαιολογούν, άλλοτε εξωραΐζουν και άλλοτε κανονικοποιούν τη συναίνεση μέσα σε σχέσεις εξόφθαλμα προβληματικές. Και τι γίνεται τελικά με τον ίδιο τον Ματζνέφ; Η ανάγνωση ορισμένων από τα βιβλία του (που κυκλοφορούν στα ελληνικά) αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι δεν πρόκειται ούτε για τυχαία περίπτωση, ούτε για κάποιον απλοϊκά έκφυλο συγγραφέα. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η δυσκολία: αν αρχίσουμε από αυτόν, πού σταματάμε; Ποιο πλέγμα αξιών, ανεξαρτησίας και ανοχής είμαστε διατεθειμένοι να επανεξετάσουμε μαζί του;

Δύσκολα ερωτήματα είπαμε… Προς το παρόν ας μη δούμε το βιβλίο της Σπρινγκορά ως βιβλίο εκδίκησης, ούτε ως μια υπόθεση αποπλάνησης. Αποτελεί μια μαρτυρία που ζητάει να δούμε την ιστορία από τη μεριά εκείνου που βρέθηκε σε αυτήν ως αντικείμενό της. Είναι μια απόπειρα επανοικειοποίησης της γραφής με την πεποίθηση πως υπάρχει χώρος σήμερα για ορατότητα – ακόμα και ενάντια στο φως μιας τόσο δυνατής λάμψης όσο εκείνης του Ματζνέφ.