Η σύμπραξη των Κουμεντάκη, Παπαϊωάννου και Κουρεντζή στη Λυρική Σκηνή στο «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, τεράστιες προσδοκίες. Ωστόσο, η παρακολούθηση της παράστασης αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με ένα κρίσιμο ερώτημα: Πότε η αισθητική αρτιότητα παύει να υπηρετεί την ουσία και αρχίζει να την επισκιάζει;
Αναμφίβολα, το αποτέλεσμα ήταν εικαστικά αψεγάδιαστο. Κάθε κάδρο και κάθε κίνηση διέπονταν από μια σπάνια πλαστικότητα. Όμως, αυτή η εμμονή στη φόρμα λειτούργησε ως ένας “γυάλινος τοίχος”. Το βαρυσήμαντο μήνυμα για τους νεκρούς της δεκαετίας του ’90 μετατράπηκε σε μια αποστειρωμένη, μουσειακή εμπειρία. Το να έχεις ένα ιερό και σπουδαίο μήνυμα (το πένθος για μια χαμένη γενιά) δεν εγγυάται αυτόματα ότι η σκηνική πράξη το μεταφέρει αποτελεσματικά στον θεατή.
Το πένθος δεν βιώθηκε· παρατηρήθηκε από απόσταση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην οικονομία του χρόνου. Η επιλογή μιας εξαιρετικά αργής εξέλιξης, βασισμένης στην επανάληψη των ίδιων μοτίβων για 40 λεπτά, δεν κατάφερε να λειτουργήσει τελετουργικά. Αντιθέτως, οδήγησε σε μια δραματουργική στασιμότητα. Όταν η επανάληψη δεν συνοδεύεται από μια εσωτερική κλιμάκωση, καταλήγει να μοιάζει με μια αισθητική μανιέρα που εξαντλεί την υπομονή του θεατή αντί να τον συγκινεί.
Πέρα από το τεχνικό κομμάτι, η αίσθηση που αποκόμισα ήταν εκείνη μιας περιορισμένης, εσωστρεφούς παρέας δημιουργών που, σε ένα βαθμό, έδειχνε να απευθύνεται σε έναν κλειστό κύκλο που ήδη γνωρίζει ή έχει βιώσει το τραύμα. Η παράσταση απέτυχε να λειτουργήσει ως γέφυρα με τον σύγχρονο θεατή, ο οποίος δεν έχει ανάλογα προσωπικά βιώματα. Αντί να τον μυήσει στο μέγεθος εκείνης της απώλειας, τον άφησε στο περιθώριο μιας ιδιωτικής τελετουργίας που αδυνατούσε να μεταφράσει το μήνυμά της στο σήμερα.
Συμπέρασμα: Ενώ η παράσταση ήταν τεχνικά άρτια, η «ουσία» της έμοιαζε εγκλωβισμένη κάτω από το βάρος της ίδιας της της ομορφιάς. Στην τέχνη, η ουσία δεν είναι το θέμα, αλλά η μεταμόρφωση του θέματος σε μια εμπειρία που σε αλλάζει. Η αίσθηση που μένει είναι ότι η σύμπραξη γιγάντων έγινε ο πρωταγωνιστής, αφήνοντας το δράμα των θυμάτων σε δεύτερη μοίρα. Μια πιο περιεκτική διάρκεια και μια λιγότερο αυτοαναφορική προσέγγιση, ίσως στα πλαίσια μιας perfomance – installation, να επέτρεπαν στο έργο να αγγίξει την καρδιά μας, και όχι μόνο το βλέμμα μας.
*Φοιτήτρια ΕΑΠ στο τμήμα Ευρωπαϊκές Σπουδές, Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτισμός.
