«Από τα χαμένα, από τα ανεπανόρθωτα χαμένα, μονάχα επιθυμώ να ανακτήσω την καθημερινή ετοιμότητα της γραφής μου, αράδες ικανές να με αρπάξουν από τα μαλλιά και να με σηκώσουν επάνω όταν το σώμα μου πια δεν θα θέλει να αντέξει άλλο. (Σημαντικό, είπε ο ξένος) Για το ανθρώπινο και για το θεϊκό. Οπως εκείνοι οι στίχοι του Λεοπάρντι, που ο Ντανιέλ Μπίγα απάγγελνε σε μια γέφυρα του Βορρά για να οπλιστεί με θάρρος, έτσι ας είναι η γραφή μου. Βαρκελώνη, 1980»
Η «Αμβέρσα», το πρώτο μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αγρα σε μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου. Το έγραψε το 1980, όταν ήταν 27 ετών, αλλά εκδόθηκε το 2002, έναν χρόνο πριν πεθάνει ο σπουδαίος Χιλιανός συγγραφέας.
Η «Αμβέρσα» είναι, σε πρώτο επίπεδο, ένα παράξενο αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο πρωταγωνιστής φτάνει στην Ισπανία, πιάνει δουλειά πρώτα σε έναν στάβλο ιππικού ομίλου και στη συνέχεια σε ένα κάμπινγκ όπου διαπράττεται ένα έγκλημα. Ολα όσα συμβαίνουν παρουσιάζονται κατακερματισμένα σε στιγμιότυπα και οράματα, διασταυρώνονται με άλλα συμβάντα και αναμνήσεις, με νέους χαρακτήρες, σε ένα ξεκάθαρα αυτοβιογραφικό επίπεδο. Είναι παρόντα όλα τα θέματα που θα επανεμφανιστούν στα επόμενα μυθιστορήματα του Μπολάνιο και πάνω απ’ όλα στο μεγαλύτερό του, τους «Αγριους Ντετέκτιβ»: αναρχία, περιπλάνηση σε αταίριαστες αναζητήσεις, η μοίρα των ποιητών, η δημιουργική γραφή που γεννήθηκε από την αντισυμβατική ζωή του και τον σουρεαλισμό, καθώς και η έλξη του για τα παράξενα και παραμορφωμένα σώματα και τις καθημερινές καταστάσεις.
Μοιάζει σαν ένα βιβλίο με πειραματικές ασκήσεις γραφής, πεζό και ποίημα ταυτόχρονα. Σύντομο και αποσπασματικό, αποτελούμενο από 56 κομμάτια με ασύνδετη αφηγηματική δομή. Αν και υπάρχουν επαναλαμβανόμενοι χαρακτήρες και ιστορίες, όπως ενός καμπούρη που ζει στο δάσος, ενός Αγγλου συγγραφέα και μιας 18χρονης κοπέλας που διακινεί ναρκωτικά και έχει σεξουαλικές επαφές με διεφθαρμένους αστυνομικούς, η κεντρική αφήγηση είναι ασαφής. Οι αναγνώστες συμπεραίνουν ότι έχουν συμβεί πολλοί φόνοι που μπορεί να τους διέπραξε ο καμπούρης, με τη βοήθεια ενός χαρακτήρα ονόματι Ρομπέρτο Μπολάνιο. Αντιλαμβανόμαστε ότι η αστυνομία διερευνά το έγκλημα, αλλά οι αστυνομικοί είναι διεφθαρμένοι και εκμεταλλεύονται τη νεαρή κοπέλα, που μπορεί να είναι πόρνη, μια αλήτισσα ή πάλι μπορεί να είναι θύμα ενός εγκλήματος. Ο χρόνος στον οποίο συμβαίνουν αυτά τα γεγονότα και η σύνδεσή τους με κομμάτια που φαίνεται να τοποθετούνται εκτός αυτής της αφήγησης παραμένουν ένα μυστήριο για τον αναγνώστη.
Στην εισαγωγή ο Μπολάνιο «ξεκαθαρίζει» τις προθέσεις του: «Εγραψα το βιβλίο ετούτο για τον εαυτό μου, αλλά δεν είμαι πολύ σίγουρος ούτε για αυτό. Για πολύ καιρό υπήρχαν μόνο σκόρπιες σελίδες που τις ξαναδιάβαζα, ίσως και να τις διόρθωνα, βέβαιος ότι δεν είχα χρόνο. Αλλά χρόνο για τι πράγμα; Δεν ήμουν σε θέση να το εξηγήσω ακριβώς. Εγραψα το βιβλίο αυτό για τα φαντάσματα, που είναι τα μόνα που έχουν χρόνο επειδή βρίσκονται εκτός χρόνου. Μετά την τελευταία φορά που το ξαναδιάβασα -τώρα- αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι μόνο χρόνος που έχει σημασία, ότι δεν είναι μόνο ο χρόνος αιτία τρόμου. Και η ηδονή επίσης μπορεί να τρομοκρατεί, το θάρρος επίσης μπορεί να τρομοκρατεί».
Το αρχικό χειρόγραφο είχε περισσότερες σελίδες, «πολλαπλασιαζόταν το κείμενο», όπως ομολογεί ο συγγραφέας, και αναπαραγόταν σαν κολλητική ασθένεια. Ο Μπολάνιο δούλευε γι’ αυτό νύχτα-μέρα, δεν κοιμόταν. Βρισκόταν στη Βαρκελώνη και περνούσε μια περίοδο όπου ένιωθε περιφρόνηση για τη λεγόμενη «επίσημη» λογοτεχνία, ωστόσο πίστευε ακόμα στη λογοτεχνία. «Δηλαδή δεν πίστευα ούτε στον αριβισμό ούτε στον οπορτουνισμό ούτε στους αυλικούς ψιθύρους. Πίστευα όμως στις μάταιες πράξεις, πίστευα στο πεπρωμένο. Τότε ακόμα δεν είχα παιδιά. Τότε διάβαζα περισσότερη ποίηση παρά πεζογραφία. Τα χρόνια εκείνα (ή τους μήνες εκείνους) είχα μια προτίμηση σε ορισμένους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας και ορισμένους πορνογράφους, κάποτε σε συγγραφείς άκρως αντιφατικούς, σαν να αλληλοαποκλείονταν η σπηλιά και το ηλεκτρικό φως».
Η ασθένεια είναι ένα σημαντικό μοτίβο σε κάθε βιβλίο του Μπολάνιο. Οχι μόνο η ηπατική ανεπάρκεια που του στέρησε τη ζωή σε ηλικία 50 ετών, αλλά και παλαιότερες ασθένειες. Μερικές φορές φαίνεται να λυτρώνεται από την αγάπη.
Μεγάλο μέρος της ανάγνωσης αυτού του βιβλίου είναι η εμπειρία της ίδιας της ανάγνωσης, η αναζήτηση νοήματος, οι «ενοχλητικές» πολλές φορές εικόνες, η δυνατή πρόζα.
Μέχρι το 1980 ο Μπολάνιο βρισκόταν σε μεταβατική φάση από ποιητής σε πεζογράφο και μετά σε μυθιστοριογράφο. Βρισκόταν σε μεταβατική φάση όχι μόνο ως συγγραφέας αλλά και ως άτομο. Ή μήπως στην περίπτωσή του αυτό ισοδυναμούσε με το ίδιο πράγμα; Υπάρχει μια ατμόσφαιρα μετεφηβικής προσμονής στο βιβλίο, μια αίσθηση ότι «κάτι έρχεται», ότι ο επιζών αφηγητής βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας ζωής.
Ενας τρόπος για να «ξεκλειδώσετε» το πειραματικό αυτό βιβλίο είναι να υιοθετήσετε το ύφος και την πρακτική ενός ντετέκτιβ. Αντιμετωπίστε την «Αμβέρσα» ως έναν σωρό χαρτιά που βρέθηκαν στο συρτάρι ενός υποψήφιου δασκάλου. Ετσι έβλεπε και ο ίδιος ο Μπολάνιο το σκόρπιο υλικό του όταν αποφάσισε να το δημοσιεύσει 22 χρόνια μετά τη δημιουργία του. Υποστηρίζει αυτό το αφήγημα φτιάχνοντας τα φυσικά περιγράμματα ενός βιβλίου – ένα μικρό, λεπτό αντικείμενο, χωρίς εξώφυλλο, μαύρου χρώματος, που μοιάζει με προσωπικό σημειωματάριο, αποκομμένο από οποιοδήποτε πλαίσιο, προφανώς ενσυνείδητα αφημένο στην άκρη. Η «Αμβέρσα» είναι όμως κυρίως ένα πραγματικά μετα-μοντέρνο μυθιστόρημα που περιστρέφεται γύρω από τους παραμελημένους ανθρώπους της κοινωνίας, τους αόρατους και ξεχασμένους από την άρχουσα τάξη.
