ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκη Τρουλλινού*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τι θα δεις στο «Μεγάλο Μήλο» που δεν το έχεις δει στο σινεμά, δεν το έχεις διαβάσει στα βιβλία αγαπημένων Αμερικανών συγγραφέων; Εχει χαθεί η παρθενία του βλέμματος οριστικά; Αεροδρόμιο Newark, υπάλληλοι δύο ελέγχουν διαβατήρια, ουρές ατέλειωτες, εικόνα βαλκανικής χώρας, πλησιάζουν Χριστούγεννα – φαίνεται πως για τον κ. Τραμπ είναι πολλοί οι απασχολούμενοι. Ο δρόμος για το Queens, τα ψηλά κτίρια και φώτα παντού, μεγάλα αμέτρητα παράθυρα, όλα ανοιχτά στο βλέμμα και στη νύχτα, φωτισμένες γέφυρες, ανισόπεδες διαβάσεις, τούνελ, όλα στο φως. Η Νέα Υόρκη είναι πανέμορφη τη νύχτα, καμιά πόλη δεν ερωτεύτηκα μέσα στη νύχτα, μόνο εδώ η φωτισμένη νύχτα αποπνέει μια πολυθόρυβη μοναξιά. Αγαπητέ Εντουαρτ Χόπερ, καλησπέρα.

Στους σκίουρους του Central Park ξαναβρήκα παλιές αμερικανικές μέρες, τρέχουν παντού, σταματούν και σε κοιτούν, ανθρωποποιημένο μικρό τρωκτικό με απίστευτο βλέμμα τρέχει ξοπίσω σου. Ο ήχος του ακορντεόν σε κερδίζει, νέος με κουτί για το φιλοδώρημα, ωστόσο ο ήχος κάνει τη διαφορά, έρχεται από πολύ μακριά, άκουσμα της Κεντρικής Ευρώπης, κάποτε, το ακορντεόν ακριβό, «θα μας το νοικιάσετε μόνο για απόψε;». Δεν το δανείζει, δεν το νοικιάζει, «είναι το εσώρουχό μου», τα μουσικά του μοτίβα επιμένουν, φέρνουν στο μυαλό Κρακοβία, Βουδαπέστη, Βερολίνο του Μεσοπολέμου, ευρωπαϊκά κουρέλια που τραγουδούν; Απέραντη συγκίνηση: η Ιστορία του κόσμου είναι ιστορίες μετακινήσεων, η μοίρα των προικισμένων που διαβαίνουν τους δρόμους του Νέου Κόσμου, δίπλα τα παγκάκια αφιερωμένα σε ονόματα αγνώστων – πιονιέροι, διανοούμενοι, ερωτευμένοι, ποιες ήταν οι ιστορίες τους; Πόσο μακριά στο παρελθόν ταξιδεύουν; Ποιος θα πει τα φανερά και κρυφά τους ταξίδια; Και σε λίγα βήματα το τοπίο αλλάζει. Οι θυρωροί στους ουρανοξύστες του Μανχάταν φορώντας λιβρέες και γάντια ανοίγουν τις εισόδους με ελαφρά υπόκλιση, η κυρία με τη μινκ βγαίνει, ακολουθεί η σχιζομάτα υπηρέτρια με τα πεκινουά, φορούν τα παλτουδάκια τους να μην κρυώσουν, πάνε για πιπί στο πάρκο, και πιο πάνω δίπλα στην εκκλησιά του Σεντ Τόμας δυο άστεγες απροσδιορίστου ηλικίας, ίσως και νέες που γέρασαν πρόωρα στους δρόμους, ανεβαίνεις την Πέμπτη Λεωφόρο και το στομάχι διαμαρτύρεται – τόσος πλούτος μαζεμένος βλάπτει την υγεία μου: οι γνωστές φίρμες κοσμημάτων, βαλιτσών και υπολογιστών, τεθωρακισμένο ηλεκτρικό αμάξι μπροστά στην Apple -στάσου, ο ιδρυτής και βασιλιάς των υπολογιστών, μετανάστης δεν ήταν;-, σοκάρει η οικονομική και κοινωνική ψαλίδα που χάσκει μπροστά σου.

Ερχονται Χριστούγεννα, εδώ η περίφημη Times Square, χαρούμενοι όλων των χρωμάτων σε ποικίλες ατραξιόν και τρικ και ζαχαρωτά και βαριά λουκάνικα στα κιόσκια, πουλάνε γέλιο, γιορτινή ατμόσφαιρα, μουσικές και σκουφιά αγιοβασιλιάτικα, έχουμε και λέμε: στην πιτσαρία ψήνουν τις πίτσες Κινέζοι, στην οικοδομή δίπλα στο Empire Building δουλεύουν όλες οι φυλές της Γης, στο πρωινό τον καφέ τον φέρνει η Λούρδες, κοπέλες από το Εκουαδόρ καθαρίζουν τα δωμάτια, στις τουαλέτες η γυναίκα είναι από τη Βενεζουέλα, στην κουζίνα μαγειρεύουν από το Μπανγκλαντές, η όμορφη στο φουαγέ της αίθουσας συναυλιών είναι από τη Ρουμανία, η Αστόρια είναι ακόμη με πολλούς Ελληνες, νέας γενιάς, οι εύποροι έχουν κινηθεί προς τα καταπράσινα προάστια, ο κύριος στο καπνοπωλείο -ο Πολ Οστερ διεκδικεί το παρόν μου- είναι Αλγερινός, ο μπακάλης από τη Δημοκρατία του Αγίου Δομίνικου μετανάστης, το συνεργείο του δήμου στρώνει τον δρόμο δουλεύοντας γρήγορα και αποφασιστικά με εργάτες από τη Γουατεμάλα και το Μεξικό, την «αλατιέρα» για το χιόνι οδηγεί ο μαύρος γείτονας, το ’στρωσε παρθένο κάτασπρο το σαββατόβραδο, στις εκκλησίες των καθολικών -τι ομορφιά!- θυρωροί και ψάλτες και μουσικοί από τη Σικελία, Χιώτες και Κρητικούς γεμάτο το Μανχάταν, υψηλές θέσεις σε εταιρείες και ιδρύματα, γεμάτη η Νέα Υόρκη κολέγια και περίφημα πανεπιστήμια, ξένοι και ξένες τα κρατούν μετανάστες του κόσμου, στα μουσεία δεκάδες, εκατοντάδες τα παιδιά όλων των χρωμάτων ακούν προσεκτικά τις ειδικές ξεναγήσεις και η μελαμψούλα μπροστά στο πορτρέτο της Φρίντα Κάλο μού χαρίζει το όνομά της: Νικό.

Γελάω, γελάω συνεχώς, πάνε μέρες που δεν έχω συναντήσει λευκούς Αμερικανούς, οι μετανάστες κρατούν το «Μεγάλο Μήλο», αυτές και αυτοί δουλεύουν νύχτα-μέρα, αν φύγουν όλοι αυτοί η Αμερική θα καταρρεύσει σαν ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, ή σαν ένα τεράστιο δέντρο που γερνάει και πεθαίνει από μέσα του – αυτό κάπου το γράφει ο Φίλιπ Ροθ. Τη μέρα που στο Μπόντι της Αυστραλίας δολοφονήθηκαν Εβραίοι, στο Μπρούκλιν γιορτάστηκε το Χάνουκα με τους Εβραίους να υποδέχονται σε τεράστιο γήπεδο τον μουσουλμάνο δήμαρχό τους Μαμντάνι και εκείνος να τους τιμά φορώντας το κιπά στην κεφαλή. Μα ποιος να δείξει τέτοιες σκηνές αλληλεγγύης και κατανόησης; Ο φόβος πουλάει, ο φόβος κάνει τη δουλειά του πολεμοχαρούς κεφαλαίου, να τος πάλι ο εαυτός μου – μα δεν γίνεται κι αλλιώς. Ο φόβος: νύχτα έπεσαν πυροβολισμοί στο Μπρούκλιν, έφηβοι μεταξύ τους τράβηξαν τα όπλα -να, σαν τα γουέστερν, καλέ- και σε κεντρικό σταθμό είχε τετραμελές απόσπασμα του στρατού, μαύροι και Λατίνοι, U.S. ARMY γράφει καθαρά η στολή τους και αποκάτω το μικρό τους όνομα, Mohamed λέγεται ο μαύρος. Η γειτονιά μύριζε μπάφο, στην είσοδο πολυκατοικίας ζευγάρι μεσήλικων καλοντυμένων είχαν ήδη πάρει την ηρωίνη τους.

Χιονισμένη Νέα Υόρκη

Συνοικίες της Νέας Υόρκης. Με τα μυθικά ονόματα. Οσες εικόνες μπορείς να κρατήσεις περπατώντας ατέλειωτες ώρες ή μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου των φίλων. Συνοικίες με τα διώροφα σπίτια με τον κηπάκο τους και τους σκίουρους να σε κάνουν πάλι παιδί, συνοικίες με τα τετραώροφα από καφέ τούβλο κτίρια και εκείνες τις σκάλες κινδύνου να χαράζουν ορθογώνια τρίγωνα, το Βίλατζ γεμάτο υπόγεια μαγαζιά για την τζαζ, οι μύθοι δεν είναι ποτέ τυχαίοι, οι αποθήκες στις αποβάθρες του Μπρούκλιν ακριβά lofts, η Μικρή Ιταλία λες και παραμένει ολόιδια με τα παλιά ντοκιμαντέρ, τα μικρά μαγαζιά με πράγματα φτιαγμένα στο χέρι, όχι πως το κινέζικο εμπόρευμα υστερεί, γελάω κάθε φορά που σκέφτομαι τον Τραμπ, οι μικροπωλητές στο νότιο Μανχάταν πουλάνε σουβενίρ, περάστε κόσμε, καπέλα I love NY και ιδού το άγαλμα της Ελευθερίας σε όλες τις εκδοχές, για όλες τις χρήσεις, αποκλειστικά κινέζικο το προϊόν. Στο βάθος το Ελις Aϊλαντ, αλλά αυτό από μόνο του είναι μια άλλη ιστορία.

Ατσάλι. Χάλυβας. Σίδερο. Σιδηροτροχιές εναέριες, γέφυρες αγέραστες, μπουλόνια και βίδες τεράστιες, παξιμάδια και καρφιά, το τρένο κυλάει στις ράγες μέρα-νύχτα χωρίς σταματημό, το τρένο ορμά στα φώτα των σταθμών, σταθμοί χωρίς καμιά πολυτέλεια, πλακάκια με ελάχιστα διακοσμητικά στοιχεία, όμως παντού η σιγουριά του σταθερού, του λειτουργικού, αυτού που φτιάχτηκε για να αντέξει, το ατσάλι των ορυχείων της Νέας Γης, αυτό που εξόρυξαν οι εκατοντάδες χιλιάδες ξένοι, στην Ούτα και στην Πενσυλβάνια, στα Βραχώδη Ορη, αυτοί που οι μπράβοι του Ροκφέλερ δολοφονούσαν στο Λάντλοου, αυτούς σκέφτομαι καθώς ανεβοκατεβαίνω στο τρένο. Η Ιστορία με ειρωνεύεται, «Πώς δενότανε το ατσάλι», ξέχασα τον συγγραφέα, ο σοσιαλισμός κατέρρευσε, ο καπιταλισμός άντεξε, το ατσάλι και στις δύο περιπτώσεις το δούλεψαν οι ταπεινοί, οι ανώνυμοι, οι ξεχασμένοι, αυτοί που έζησαν αόρατοι, χάθηκαν στους δρόμους Ανατολής και Δύσης, το λες και πίκρα αυτό το συναίσθημα, όμως πρόλαβαν, κάπνισαν το τσιγάρο τους, μέθυσαν κάποιες νύχτες, αγάπησαν και απάτησαν γυναίκες, φύτεψαν δέντρα ίσως, γέννησαν παιδιά, μπορεί και να χάζευαν τα άστρα, αυτά τους έφεραν άλλωστε από μακριά, ξένοι σε ξένους τόπους που τους έκαναν δικούς τους, ο μικρός άγνωστος οικοδόμος του σύμπαντος κόσμου, ο μικρός θεός βουτηγμένος στην ευλογία και στα σκατά μαζί, τελευταίο δρομολόγιο του οδηγού από Αστόρια προς Μανχάταν, δίνει πραγματική παράσταση στο μικρόφωνο του συρμού, στη στάση βγαίνει από την καμπίνα του οδηγού, χοντρούλης μαύρος υποκλίνεται, «τέλειωσα τη βάρδια μου και σας καληνυχτίζω» φωνάζει, οι επιβάτες, φυλές όλου του κόσμου, έχουμε βγει από τα βαγόνια, χειροκροτούμε, φωνάζουμε, γελάμε, μια ανθρωποθάλασσα στο μετρό, Καλημέρα Νέα Υόρκη.

* Συγγραφέας

Χιονισμένη Νέα Υόρκη

ℹ️ Συναυλία του μουσικού σχήματος Ωδηπόρος, «Αχ… η Ξενιτιά», με κείμενα Νίκης Τρουλλινού και δραματοποιημένη αφήγηση από την ηθοποιό Ανδριανή Κυλάφη. Ν. Υόρκη, Δεκέμβριος 2025