Καισαριανή, νωρίς το πρωί της 4.2.1943. Ο Κώστας Περρίκος, ο Ελληνας αξιωματικός που είχε εμπλακεί προπολεμικά στο κεντροαριστερής απόκλισης Εθνικό Ενωτικό Κόμμα κι είχε αποταχθεί από την Αεροπορία, οδηγείται στο Σκοπευτήριο για εκτέλεση. «Μικρόσωμος, λεπτός, με μέτωπο ευρύ και μάτια διαπεραστικά και ρεμβώδη, γελαστός πάντα και μειλίχιος στους τρόπους, έμοιαζε περισσότερο ποιητής και λιγότερο ή καθόλου επαναστάτης, αλλά έκλεινε μέσα στην ψυχή του την Ελλάδα. Κάτω από τον ζυγό και την τρομοκρατία άρχισαν να κινούνται μερικοί ανυπότακτοι Ελληνες. Πρώτος μεταξύ των πρώτων, ο μικρόσωμος υποσμηναγός ανέπτυξε τότε μιαν αφάνταστη δραστηριότητα», έγραψε ο Ηλίας Τσιριμώκος.
Μπροστά του απλωνόταν το «Σκοπευτήριο». Ο τόπος που χρησιμοποιούνταν δεκαετίες ήδη από τον Στρατό, ο ίδιος που επιλέχθηκε από τους Γερμανούς για να πυροβολούν «ζωντανούς στόχους».
Σεπτέμβρης του 1942. Ο Μυτιληναίος, η Μπίμπα, η υπέροχη δασκάλα με το κακό τέλος, ο Γαλάτης, ο Περρίκος… Η ανατίναξη με συντρόφους και συντρόφισσές του της ΠΕΑΝ των γραφείων της ναζιστικής ΕΣΠΟ, της κορυφαίας πράξης αντίστασης πέρα από τις μαζικές διαδηλώσεις του ΕΑΜ, εντός αστικού ιστού, ίσως, στην Ευρώπη.
Αλλά και το ίδιο το Σκοπευτήριο υπήρξε ο κορυφαίος τόπος μαρτυρίου στην Ελλάδα. Και δεν συνέβαλαν σε αυτό μόνο Γερμανοί… Π.χ., σύμφωνα με την απολογία του Χέλμουτ Φέλμι στη Δίκη της Νυρεμβέργης, ο συνταγματάρχης Παπαδόγγονας (της γνωστής οικογενείας…) λόγω προσωπικής συμπάθειας στον υποστράτηγο Κρεχ διέταξε, χωρίς ανωτέρα εντολή είτε από τη γερμανική διοίκηση είτε από το υπουργείο Εσωτερικών, τη θανάτωση τουλάχιστον 100 αντιστασιακών.
Χρόνια αργότερα, ο Μάριος Χάκκας, στέλεχος της ΕΔΑ (και θα ‘νιωθε συγγένεια με τον Περρίκο, στα 40 πέθαναν κι οι δυο) θα επιλέξει το Σκοπευτήριο ως εμβληματικό σύμβολο συνειδησιακής μετάβασης, αφού στο ομώνυμο διήγημά του θα περιγράψει μια Ελλάδα που κάνει τα στρέμματά του οικοδομήσιμα και ξαφνικά όλοι μα όλοι, ακόμη και οι συγγενείς των νεκρών, αρχίζουν να διεκδικούν από ένα διαμέρισμα για να βολευτούν πάνω στα κόκαλα και στο αίμα, ή μάλλον πάνω στην απουσία της μνήμης και στον θρίαμβο της μικροαστικής ανόδου… Περιγράφοντας το τότε και το τώρα.
Αλλωστε και στην πραγματικότητα, έξω από τις λογοτεχνικές σελίδες, ο συμβολισμός του χρόνια ενοχλούσε. Και το ίδιο το τραγούδι που συνδέθηκε μαζί του ήταν για χρόνια λογοκριμένο, αφού οι στίχοι «τις βραδιές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους/ πέφταμε φωνάζοντας κάτω οι Γερμανοί» θεωρούνταν -από όσους είχαν τη μύγα κι όμως ήταν μέσα στα πράγματα- απαγορευμένοι.
Αλλά η λογοτεχνία και πάλι, η ποίηση, είχε φροντίσει να διαφυλάξει τη μνήμη σαν φυλαχτό ώστε να στείλει ένα μήνυμα στο μέλλον: «…θυμηθείτε το: αν η Ελευθερία, δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας, εδώ θα μας “σκοτώνουν” κάθε μέρα…» (Γιάννης Ρίτσος, «Σκοπευτήριο της Καισαριανής»).
