Το γεγονός ότι ο Σον Μπέικερ, του οποίου η ταινία «Ανόρα» κέρδισε Αμερικανούς (Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας) και Ευρωπαίους (Χρυσός Φοίνικας), στήριξε «Το αριστερό μου χέρι» της Σιχ-Τσινγκ Τσου ως συν-σεναριογράφος, συμπαραγωγός και αποκλειστικός μοντέρ, προσδιορίζει την ταινία –επιλογή της Ταϊβάν για τα Οσκαρ– με μια αισθητική που μέσες άκρες μοιράζονται και τα δύο παραπάνω έργα, όπως και την αμοιβαία αγάπη για το θέμα της νέας (και όμορφης) γυναίκας που αγωνίζεται να επιβιώσει μόνη σαν την τίγρη μες στη ζούγκλα. Η Ταϊβανέζα σκηνοθέτρια έχει εργαστεί σε πολλές ταινίες του Μπέικερ ως παραγωγός, ωστόσο η συνεργασία τους είναι αμφίδρομη αφού κι αυτός τη βοήθησε να φέρει σε πέρας το σκηνοθετικό της ντεμπούτο.
Η συνάντησή τους έγινε περίπου πριν από 25 χρόνια στο New School της Νέας Υόρκης, όπου η Τσου σπούδαζε κινηματογράφο. Εκεί αγάπησαν και οι δύο τις ταινίες του κινήματος Δόγμα 95 (Dogme 95*), αλλά και παράξενα ασιατικά έργα που μόνο η περιέργεια των Νεοϋορκέζων θα μπορούσε να ξεθάψει. Εκεί γεννήθηκε και η ιδέα για «Το αριστερό μου χέρι», όταν η Τσου διηγήθηκε στον Μπέικερ την εμπειρία της με τον παππού της που τη συμβούλεψε κάποτε να μη χρησιμοποιεί το χέρι «του διαβόλου», δηλαδή το αριστερό. Οι δυο τους επισκέφθηκαν την Ταϊβάν το 2001 αλλά εκεί διαπίστωσαν πως το θέμα αυτό θα ήταν δύσκολο για πρώτη ταινία. Ετσι, επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη και μαζί ολοκλήρωσαν το «Take Out», μια ταινία που κόστισε μόνο 3.000 δολάρια. «Η παραγωγή του “Take Out” μας έμαθε πώς να δουλεύουμε μέσα σε μια κοινότητα, σε αληθινές τοποθεσίες, πώς να διαλέγουμε ερασιτέχνες ηθοποιούς, τα πάντα», σημείωσε η σκηνοθέτρια σε μια πρόσφατη διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου.


Η κουλτούρα «του δρόμου» διακρίνει όλες τις ταινίες του Μπέικερ αλλά και την ολοζώντανη ταινία της Τσου, της οποίας ένα μεγάλο μέρος εξελίσσεται στη νυχτερινή αγορά της Ταϊπέι. «Είναι καραμέλα για τα μάτια και τα αυτιά», είπε ο Μπέικερ για το περιβάλλον της ταινίας. Οταν ξαναγύρισαν οι δυο τους στην Ταϊπέι για να γράψουν το σενάριο της ταινίας το 2010, ο Μπέικερ ένιωθε πως έβλεπε το περιβάλλον με τα μάτια ενός παιδιού: «Ηθελα ο θεατής να βιώσει όλο αυτό το φως, χρώμα και ήχο… και νομίζω ότι η Σιχ-Τσινγκ το απαθανάτισε πολύ ωραία».
Με την αναμενόμενη ασιατική στωικότητα, η Shu-Fen (Janel Tsai), μια χωρισμένη μητέρα δύο κοριτσιών –της έφηβης I-Ann (Shih-Yuan Ma) και της μικρούλας I-Jing (Nina Ye)– ανοίγει ένα φαγάδικο στην πολυσύχναστη αγορά, αφήνοντας τις κόρες της ελεύθερες να χειριστούν τον χρόνο τους όπως θέλουν, τη μεγάλη να κυνηγά το χρήμα με θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους και τη μικρή να περιφέρεται ασυνόδευτη στον πολύχρωμο πλαστικό λαβύρινθο των μαγαζιών. Ομως ο θεατής το ξέρει πως η γυναίκα αυτή δεν είναι αδιάφορη, ούτε εγωίστρια, αλλά επικεντρωμένη στην απόλυτη ανάγκη της επιβίωσης. Δεν έχει χρόνο για λεπτομέρειες και μικροδιαχείριση. Θέλοντας και μη, πρέπει να εμπιστευτεί τις αποφάσεις της με θάρρος, έχοντας πικρή συνείδηση του ότι ούτε η οικογένεια, ούτε κανένας άλλος πρόκειται να τη βοηθήσει.
Αληθινά πρόσωπα
Η σκηνοθέτρια επιβεβαίωσε πως η ταινία βασίζεται σε αληθινά πρόσωπα: «Η μαμά μου έχει έξι αδέλφια… τους παρακολουθώ πώς τσακώνονται, τις ευαισθησίες μεταξύ τους… Αλλά και οι άλλοι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένοι από ανθρώπους που συνάντησα».
Ο Μπέικερ, από την άλλη, μίλησε για την έντονη επιρροή της παλιάς ταινίας «Little Rascals» (1938) στο δικό του έργο «Florida Project» αλλά και στο «Αριστερό μου χέρι»: «Η μικρή I-Jing κυκλοφορεί στον κόσμο των ενηλίκων παρακολουθώντας τον κι εμείς μέσα από τα μάτια της. Δεν καταλαβαίνει ακριβώς τα προβλήματα των ενηλίκων και τα βλέπει όλα με την αισιοδοξία του παιδιού. Νομίζω ότι το χιούμορ είναι πολύ σημαντικό. Μπορείτε να το δείτε σε όλες τις ταινίες που έχουμε κάνει μαζί πως το πάθος μετριάζεται από την κωμωδία. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Ακόμα και όταν περνάμε τις πιο δύσκολες στιγμές, το χιούμορ μας βοηθάει να αντεπεξέλθουμε».
«Θέλαμε να δείξουμε όλη την γκάμα της ζωής», συμπλήρωσε η Τσου. «Γελάμε, κλαίμε, τσακωνόμαστε, συμφιλιωνόμαστε… θέλαμε να τα δείξουμε όλα. Νομίζω ότι μόνο έτσι ερχόμαστε σε επαφή με το κοινό. Οχι μόνο με τα λυπηρά αλλά και με τα χαρούμενα κομμάτια της ζωής».
Αναμφίβολα η επικοινωνία ρέει ανάμεσα στους δύο συνεργάτες, καθώς ο ένας στηρίζει τον άλλον με οποιονδήποτε τρόπο. Το «Αριστερό μου χέρι» ο Μπέικερ το υπηρέτησε ως παραγωγός και μοντέρ, ενώ παράλληλα ασχολούνταν με την προώθηση του «Ανόρα», της ταινίας που τον ώθησε ώς την κορυφή της δημιουργικής επιτυχίας. Ολοκλήρωσαν την ταινία της Τσου μία μέρα πριν από την τελετή των Οσκαρ (2025) όπου ο Μπέικερ κέρδισε το μεγαλύτερο βραβείο του Χόλιγουντ. «Απλά εμπιστεύομαι τον Σον απόλυτα», δήλωσε η σκηνοθέτρια.
«Ο ρόλος μου σε αυτήν την ταινία ήταν να υπηρετήσω τη Σιχ-Τσινγκ», είπε ο Μπέικερ. «Ολες οι ιδέες στην ταινία πηγάζουν από ιστορίες της ζωής της, παρότι περιλαμβάνουν και συλλογικά θέματα – όπως τη δυσλειτουργία των οικογενειών, τα ψέματα στις οικογενειακές σχέσεις».
Οπως και στο «Ανόρα», έτσι και εδώ διαισθανόμαστε ότι, πίσω από τη σκληράδα που επιβάλλει ο κόσμος στις τρεις αυτές γενιές γυναικών, κρύβεται μια θηλυκιά γλύκα, μια γοητεία, ταυτόχρονα οικεία και μυστήρια. Κι αυτό το νήμα διαπερνά την αφήγηση και την αισθητική προσέγγιση της ταινίας από την αρχή ώς το τέλος, ακόμα κι όταν τα μυστικά λύνονται και η αλήθεια φανερώνεται. «Οι γυναίκες μπορούμε να είμαστε ταυτόχρονα απαλές και δυνατές», είπε η Σιχ-Γιουάν Μα που έπαιξε τον ρόλο της μεγάλης κόρης. «Αυτό είναι που μας κάνει όμορφες και καλά μέσα μας».
«Πρέπει να μάθουμε να αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε», συμφώνησε η Τσου. «Δεν υπάρχει λόγος να ακολουθούμε παλιές παραδόσεις που δεν ισχύουν πια και θα έπρεπε να αντικατασταθούν από άλλες, πιο δίκαιες, που συμβάλλουν στην κοινωνική υγεία».
* Καλλιτεχνικό κίνημα που προωθούσε την απλότητα στον κινηματογράφο με βασικούς εμπνευστές τους Λαρς φον Τρίερ και Τόμας Βίτερμπεργκ
