ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα σημάδια που έρχονται από τη Βενεζουέλα σχεδόν είκοσι μέρες μετά την αμερικανική επίθεση και απαγωγή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο παραμένουν συγκεχυμένα. Η Ντέλσι Ροντρίγκες υπερασπίζεται στις ομιλίες της τις αρχές της μπολιβαριανής επανάστασης, την ίδια στιγμή που η σχέση των ΗΠΑ με τη νέα υπηρεσιακή πρόεδρο μοιάζει να ικανοποιεί όλα τα σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ χωρίς προς το παρόν κάποια αντίσταση.

Ο Αμερικανός πρόεδρος καθημερινά υπονομεύει την εύθραυστη εξουσία της Ροντρίγκες κι αυτό που παρακολουθούμε είναι ένα παιχνίδι προκλητικών δηλώσεων και αμυντικών απαντήσεων και αρνήσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Καράκας.

Ο Τραμπ ποζάρει σε εικόνες πειραγμένες με τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) ως «προσωρινός πρόεδρος της Βενεζουέλας» και η Ροντρίγκες απαντά ότι στη Βενεζουέλα υπάρχει κυβέρνηση και ένας υπηρεσιακός πρόεδρος γιατί «ο πρόεδρος κρατείται όμηρος στις ΗΠΑ». Και σε άλλα μηνύματά της προειδοποιεί πως ασκεί το αξίωμά της μαζί με «τον οργανωμένο στις κοινότητες λαό» και υποστηριζόμενη από μια πολιτικοστρατιωτική συμμαχία «ενάντια στις παράνομες επιθέσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ».

ΟΙ ΗΠΑ αφήνουν να διαρρεύσει ότι προϋπήρξαν της αμερικανικής επίθεσης συνομιλίες με τον υπουργό Εσωτερικών και υπεύθυνο για όλες τις δυνάμεις ασφάλειας της χώρας Ντιοσντάδο Καμπέγιο και η κυβέρνηση του Καράκας το αρνείται κατηγορηματικά μιλώντας για «κακόβουλες πληροφορίες», με τον υπουργό να δηλώνει πως τη χώρα «κυβερνά η επανάσταση».

Ο πλανητάρχης βιάζεται για άμεση αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων ώστε να υπάρχει επιτόπου ένας άμεσος επιτηρητής των συμφωνηθέντων και η Βενεζουέλα συμφωνεί υποστηρίζοντας πως αυτό είναι απαραίτητο για να φροντίσουν για την «ασφάλεια και την ηρεμία του προέδρου μας Μαδούρο», που τώρα δεν έχει θεσμικά κανέναν στις ΗΠΑ.

Προς το παρόν ο Τραμπ έχει κάθε λόγο να εκθειάζει την «αγαστή συνεργασία» του με την υπό εκβιασμό Ντέλσι Ροντρίγκες, όπως δείχνει μια αλληλουχία γεγονότων τις τελευταίες μέρες.

CIA και νομοθεσία

Στις 14 Ιανουαρίου ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δίωρη τηλεφωνική συνομιλία με την Ντέλσι Ροντρίγκες («για το πετρέλαιο, τα ορυκτά, το εμπόριο, την ασφάλεια» είπε εκείνος, για «εκκρεμή ζητήματα» εκείνη), από την οποία ήταν τόσο ευχαριστημένος ώστε την αποκάλεσε «φανταστική».

Την επομένη η Ροντρίγκες υποδέχτηκε στο Καράκας τον διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, ως απεσταλμένο του Τραμπ για να συζητήσουν θέματα «συνεργασίας». Δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις για να καταλάβει κανείς τι μπορεί να έχει κατά νου η αμερικανική κυβέρνηση όταν αναθέτει στον επικεφαλής της CIA να διαμηνύσει στην προσωρινή πρόεδρο μιας χώρας στην οποία επιτέθηκε στρατιωτικά πως «οι ΗΠΑ αναμένουν μια καλύτερη σχέση συνεργασίας» και προσβλέπουν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο χώρες. Παρεμπιπτόντως ο Ράτκλιφ τόνισε πως η Βενεζουέλα «δεν θα είναι πια ένα ασφαλές καταφύγιο για τους εχθρούς των ΗΠΑ, ιδίως τους ναρκέμπορους».

Λίγο μετά -και ενώ ο Τραμπ υποδεχόταν στον Λευκό Οίκο την ηγέτιδα της ακροδεξιάς αντιπολίτευσης Κορίνα Ματσάδο για να παραλάβει από αυτήν το Νόμπελ Ειρήνης που δεν του απένειμαν- στο διάγγελμά της στην Εθνοσυνέλευση για την κατάσταση του έθνους η Ροντρίγκες παρουσίασε νέο νομοσχέδιο για την εκμετάλλευση και πώληση υδρογονανθράκων που «θα διευκολύνει τις ξένες επενδύσεις και την εισροή κεφαλαίων», ζητώντας να εγκριθεί άμεσα.

Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους προχώρησαν στις πρώτες πωλήσεις πετρελαίου που κατάσχεσαν από τη Βενεζουέλα βάσει «συμφωνίας» ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων που εκμαίευσαν νωρίτερα αυτόν τον μήνα. Τα έσοδα από αυτές τις αρχικές πωλήσεις, αξίας περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων, παραμένουν σε δολάρια σε τραπεζικούς λογαριασμούς που ελέγχονται από την κυβέρνηση του Τραμπ και θα αρχίσουν να στέλνονται στη χώρα (με όρους και ρυθμούς που θα ορίζουν οι ΗΠΑ) σε δύο Ταμεία που ανακοίνωσε η πρόεδρος: ένα για την κοινωνική προστασία κι άλλο για τις υποδομές. Επίσης την ίδια μέρα κυβέρνηση, Βουλή και η Σοσιαλιστική Μπολιβαριανή Συνομοσπονδία Εργατών ανακοίνωσαν πως θα προχωρήσουν σε μια fast track μεταρρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας που να συνάδει με τη «νέα πολιτική συγκυρία».

Τακτική υποχώρηση και μαύρες κηλίδες

Είναι αναμφίβολο ότι η θέση της νέας κυβέρνησης της Βενεζουέλας και της προσωρινής προέδρου είναι δεινή. Ετσι την περιέγραψε ο υπουργός Επικοινωνιών, Φρέντι Νιάνιες, παραδεχόμενος πως η κυβέρνηση τελεί σε συνθήκες «τακτικής υποχώρησης» που δεν της επιτρέπουν να «εκφράσει δημόσια» τις πραγματικές απόψεις της για την τρέχουσα σχέση με την Ουάσινγκτον.

«Μεταφρασμένο σε λειτουργικούς όρους: το κράτος χρησιμοποιεί τον “ευγενικό” λόγο, ενώ παράλληλα προωθεί πιο σκληρά ή επιθετικά μηνύματα μέσω “λαϊκών” καναλιών» έγραφαν αντιπολιτευόμενα μίντια φοβούμενα τις διεργασίες που μπορεί να συντελούνται στη βάση των οπαδών της κυβέρνησης.

Στο πλαίσιο αυτού του «ευγενικού» λόγου εντάσσεται η αναφορά της Ροντρίγκες για το ότι «οι ΗΠΑ είναι μια πυρηνική δύναμη» αλλά δεν φοβάται να τις αντιμετωπίσει «διπλωματικά και μέσω του πολιτικού διαλόγου», επιμένοντας στην ανάγκη εθνικής ενότητας για την υπεράσπιση της κυριαρχίας, ανεξαρτησίας αλλά και της τιμής και αξιοπρέπειάς της. Αλλά η ισορροπία που επιχειρεί να πετύχει είναι εξαιρετικά δύσκολη, γιατί διάλογος με το όπλο στον κρόταφο δεν μπορεί να υπάρξει.

«Είμαστε σε μια νέα πολιτική στιγμή» επανέλαβε η υπηρεσιακή πρόεδρος στην Εθνοσυνέλευση, τονίζοντας πως η Βενεζουέλα ζει μια «στιγμή αντίστασης που απαιτεί υπομονή, στρατηγική σύνεση και καθαρούς στόχους», ανάμεσά τους και «να διατηρήσει η μπολιβαριανή επανάσταση την πολιτική εξουσία για να υπερασπιστεί τον λαό».

Σε αυτή τη νέα πολιτική στιγμή «η αντίσταση σκιάζεται προς το παρόν από την αποκατάσταση των σχέσεων με τις ΗΠΑ στη βάση μιας ανελεύθερης αποικιακής ατζέντας» γράφει ο ερευνητής και καθηγητής στο βραζιλιάνικο πανεπιστήμιο UFS, Λουίς Μπονίγια. Και το «σκατογιάνκηδες, πηγαίντε στον διάολο!» του Ούγκο Τσάβες έδωσε τόπο σε μια εξευγενισμένη στάση που χαρακτηρίζει ως «κηλίδα» στις σχέσεις των δύο χωρών την πρώτη άμεση στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική μετά το 1989.