Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο κλάδος των private equity επέστρεψε λιγότερα κέρδη στους επενδυτές για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, καθώς διατηρούσε μη ρευστοποιημένα περιουσιακά στοιχεία αξίας 3,8 τρισ. δολαρίων και δυσκολευόταν να αντλήσει κεφάλαια για νέα επενδυτικά σχήματα, μεταδίδει το Bloomberg. 

Οι διανομές ως ποσοστό της καθαρής αξίας ενεργητικού (NAV) παρέμειναν στο 14% πέρυσι (το δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο από την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008), σύμφωνα με νέα έκθεση της Bain & Company.

Μάλιστα, η διάρκεια της στασιμότητας είναι πιο παρατεταμένη σε σύγκριση με εκείνη που αντιμετώπισαν οι εταιρείες private equity στο μακρινό 2008, δηλαδή τότε που ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Η αξία των συμφωνιών το 2025 αυξήθηκε κατά 44% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, φτάνοντας τα 904 δισ. δολάρια, ενισχυμένη από μεγάλες συναλλαγές, όπως η εξαγορά της Electronic Arts έναντι 56,6 δισ. δολαρίων με στόχο τη διαγραφή της από το χρηματιστήριο.

Ωστόσο, αυτό μείωσε ελάχιστα το λεγόμενο «dry powder» του κλάδου, δηλαδή τα διαθέσιμα προς επένδυση κεφάλαια. Ο συνολικός αριθμός των συναλλαγών μειώθηκε κατά 6%, στις 3.018.

«Δεν αισθάνονται όλοι ότι ήταν μια εξαιρετική χρονιά», δήλωσε σε συνέντευξη της η Ρεμπέκα Μπάρακ, επικεφαλής της παγκόσμιας πρακτικής private equity της Bain. Η αβεβαιότητα που προκάλεσαν οι δασμοί της «Ημέρας Απελευθέρωσης» του Τραμπ έβαλε απότομα φρένο σε μια δραστηριότητα συμφωνιών που, όπως είπε, «έτρεχε με σπασμένα φρένα» ακόμη και τον Ιανουάριο του περασμένου έτους.

Η επιβράδυνση των συμφωνιών ξεκίνησε όταν τα επιτόκια άρχισαν να αυξάνονται το 2022, αναγκάζοντας τους διαχειριστές private equity να επιστρέφουν λιγότερα κέρδη στους επενδυτές. Αυτό με τη σειρά του έπληξε την ικανότητά τους να αντλήσουν νέα κεφάλαια.

Η συγκέντρωση κεφαλαίων μειώθηκε κατά 16% το 2025, στα 395 δισ. δολάρια (τέταρτη συνεχόμενη χρονιά πτώσης) παρότι οι επενδυτές κατεύθυναν περισσότερα κεφάλαια σε οχήματα που επικεντρώνονται σε υποδομές και δευτερογενείς συναλλαγές.

Σύμφωνα με την έκθεση, θεσμικοί επενδυτές όπως συνταξιοδοτικά ταμεία και πανεπιστημιακά ιδρύματα έχουν γίνει πιο επιλεκτικοί και επιδιώκουν να τοποθετούν κεφάλαια σε επενδυτικά σχήματα που προσφέρουν καθαρό εσωτερικό βαθμό απόδοσης (IRR) άνω του 20%. Αυτό σημαίνει ότι οι διαχειριστές πρέπει να διαθέτουν σαφές σχέδιο δημιουργίας αξίας πριν ακόμη αποκτήσουν μια εταιρεία, ανέφερε η Μπάρακ.

Στο παρελθόν, όπως είπε, οι εταιρείες έπρεπε να αυξάνουν τα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) κατά 5% ετησίως έως ότου μπορέσουν να πουλήσουν μια εταιρεία χαρτοφυλακίου.

«Με τα σημερινά επιτόκια και τα πολλαπλάσια εισόδου και εξόδου, χρειάζεται αύξηση 12% ετησίως για πέντε χρόνια ώστε να επιτευχθούν οι ίδιες αποδόσεις», είπε. «Το 12 είναι το νέο 5.»

Οι διαχειριστές private equity πούλησαν τα «διαμάντια» του χαρτοφυλακίου τους και αντιμετώπισαν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες με τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων οι προοπτικές ήταν λιγότερο βέβαιες, αναφέρει η Bain στην έκθεση. Οι εταιρείες παγκοσμίως κατέχουν περίπου 32.000 εταιρείες χαρτοφυλακίου και πλέον διατηρούν επενδύσεις για περίπου επτά χρόνια, από μέσο όρο πέντε ή έξι ετών μόλις το 2021.

«Όταν οι εταιρείες ξεπερνούν το όριο των πέντε ή έξι ετών, οι εσωτερικοί βαθμοί απόδοσης αρχίζουν να φαίνονται λιγότερο ελκυστικοί», σημείωσε η Μπάρακ.

Παρά ταύτα, σύμφωνα με την ίδια, το private equity παραμένει συνολικά μια ισχυρή επενδυτική κατηγορία, προσφέροντας διαφοροποίηση που πλέον δεν είναι εύκολα διαθέσιμη στις δημόσιες αγορές.

«Απλώς βρίσκεται κάπως σε στασιμότητα», κατέληξε.