Αν τα έθνη συγκροτούνται γύρω από φαντασιακές αφηγήσεις παντοδυναμίας, η επεκτατική ρητορική του Τραμπ –με ύστατο παράδειγμα το σχέδιο κατάληψης της Γριλανδίας, της ημιαυτόνομης περιοχής της Δανίας, συμμάχου στο ΝΑΤΟ– μοιάζει να είναι κυρίως μια συμβολική πράξη επανεγγραφής ισχύος που εγείρει πολλά ερωτήματα γύρω από τον Τραμπ ως σύμπτωμα θεσμικής δυσπιστίας.
Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δώσει εντολή κατάρτισης σχεδίου για πιθανή εισβολή στη Γριλανδία σύμφωνα με διεθνή Μέσα, εξετάζει επέμβαση στο Ιράν και αυτοχαρακτηρίζεται «εν ενεργεία πρόεδρος της Βενεζουέλας». Εχει προηγηθεί η απαγωγή του Μαδούρο από τη Βενεζουέλα, η κατάληψη εν πλω από τις αμερικανικές δυνάμεις, δύο δεξαμενόπλοιων που «συνδέονται» με τη Βενεζουέλα, η δολοφονία εν ψυχρώ μιας 37χρονης στη Μινεάπολη από πυρά πράκτορα την ICE.
Πριν από μερικά χρόνια γράφαμε πως ο Ντόναλντ Τραμπ γοήτευσε με τη ρητορική της δυτικής υπεροχής τους λευκούς γέννημα και θρέμμα των ΗΠΑ, στην πλειονότητά τους άντρες χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και ασθενούς οικονομικής τάξης που αισθάνθηκαν πως αποστερήθηκαν όσα τους ανήκαν. Εγινε εκπρόσωπος του θυμού, μιας οργής ενός σημαντικού πληθυσμού των Αμερικανών, φορέας ενός κύκλου ενορμητικής απόλαυσης, θεσμοθετημένου μίσους και ελεύθερης οπλοφορίας.
Σήμερα, ο δημόσιος λόγος του Τραμπ ενεργοποιεί όσο ποτέ πρωτογενείς μηχανισμούς άμυνας: από προβολή μέχρι διχοτόμηση και άρνηση. Οι πολιτικοί αντίπαλοι μετατρέπονται σε ηθικά έκπτωτους εχθρούς, ενώ αντιμετωπίζει ακόμα και το θεσμικό ως κάτι εχθρικό που θα πρέπει να παρακαμφθεί. «Η Κούβα είναι έτοιμη να πέσει». Η Κολομβία διοικείται από έναν «άρρωστο άνθρωπο» που πουλάει κοκαΐνη στις ΗΠΑ, αλλά «δεν θα το κάνει για πολύ ακόμη». Ο Τραμπ δεν αναγνωρίζει δηλαδή το συμβολικό δίκτυο κανόνων, ενώ αδυνατεί να αποδεχτεί την όποια ήττα. Ενδεικτικά σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The New York Times, όταν ρωτήθηκε αν υπάρχουν όρια στις παγκόσμιες εξουσίες του, απάντησε: «Ναι, υπάρχει ένα πράγμα. Η δική μου ηθική. Το δικό μου μυαλό. Είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να με σταματήσει […] Δεν χρειάζομαι το διεθνές δίκαιο».
Με όρους λακανικούς, πρόκειται για ρήξη με το Συμβολικό και επιστροφή σε μια φαντασιακή σχέση άμεσης ισχύος: αντιμετωπίζει τα κράτη ως αποτυχημένες επιχειρήσεις και τις ηγεσίες τους ως μάνατζερ που πρέπει να αντικατασταθούν. Παρόλο που οι ΗΠΑ έχουν παρέμβει επανειλημμένως σε ξένα καθεστώτα πολλές φορές τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή είναι ωστόσο η πρώτη φορά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που εκφράζονται σχεδόν ρητά αυτοκρατορικές φιλοδοξίες από έναν πρόεδρο τον ΗΠΑ που ανακηρύσσει ιμπεριαλιστικά σχέδια.
Για τον Τραμπ η ισχύς δεν νομιμοποιείται ηθικά, αλλά επιδεικνύεται. Η ανάλυση της Σχολής της Φρανκφούρτης για τον αυταρχικό χαρακτήρα παραμένει επίκαιρη. Ο Τραμπ δεν παράγει αυταρχικές διαθέσεις· τις ενεργοποιεί και τις νομιμοποιεί. Είναι αυτό που ο Αντόρνο αποκαλούσε αυταρχική προσωπικότητα. Η απειλή επέμβασης δεν είναι μόνο γεωπολιτική, αλλά συνιστά στην πραγματικότητα μια επίδειξη τιμωρητικής πατριαρχίας. Θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για «μετα-ηγεμονικό ιμπεριαλισμό» χωρίς ιδεολογία. Εξάλλου έχει ήδη βομβαρδίσει επτά χώρες (Ιράν, Συρία, Ιράκ, Νιγηρία, Υεμένη, Σομαλία), έχει εισβάλει στη Βενεζουέλα και έχει απαγάγει τον νόμιμο πρόεδρό της, έχει απειλήσει δημόσια την εδαφική ακεραιότητα της Κολομβίας, του Μεξικού, του Παναμά, της Κούβας και της Δανίας.
Παράλληλα, αντιμετωπίζει την πολιτική ως performance, αναζητώντας συνεχή ορατότητα, ενώ μετατρέπει τη σύγκρουση σε συμβολικό κεφάλαιο μέσα από likes. Eνσωματώνει στοιχεία λαϊκισμού, προβάλλοντας τον εαυτό του ως εκπρόσωπο του «λαού» ενάντια στην «ελίτ». Αυτή η στρατηγική τον καθιστά δημοφιλή σε ευρύτερες μάζες που αισθάνονται παραμελημένες. Από την αρχή άσκησε σαγήνη σε όσους ένιωσαν πως υποβαθμίστηκαν εξαιτίας της πολυπολιτισμικότητας, της παγκοσμιοποίησης και της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης, όπως είχε σημειώσει εύστοχα λίγο μετά τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές ο κοινωνιολόγος Bart Bonikowkski, υιοθετώντας τη λεκτική υπερβολή και τη ρητορική της Ακρας Δεξιάς. Οι εχθροί ταυτοποιήθηκαν: ισπανόφωνοι και μουσουλμάνοι, όσοι δηλαδή είχαν γίνει αντικείμενο πολιτικής θετικών διακρίσεων των Δημοκρατικών.
Σήμερα προσφέρει μια απλοποιητική αφήγηση: σαφείς εχθρούς, καθαρές ιεραρχίες, υποσχετική αποκατάστασης της τάξης. Δεν θα μιλήσουμε εδώ για τη σαγήνη που του ασκεί το πετρέλαιο, αλλά θα εστιάσουμε στο πώς η πολιτική αποτυχία βιώνεται ως ναρκισσιστικό τραύμα, ενώ η πραγματικότητα, αντί να λειτουργεί ως όριο, επανανοηματοδοτείται ώστε να προστατεύεται η φαντασιακή παντοδυναμία του Εγώ.
Στην ψυχαναλυτική θεωρία, ο ναρκισσισμός νοείται ως τρόπος συγκρότησης του Εγώ και όχι απλώς ως χαρακτηριστικό προσωπικότητας. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως σε ηλικία 12 ετών ο Ντόναλντ Τραμπ εστάλη σε στρατιωτικό οικοτροφείο, βιώνοντας μια εμπειρία αναγκαστικής απομάκρυνσης από την άνεση της οικογένειας και την τοποθέτησή του σε ένα αυστηρό, ιεραρχικό περιβάλλον κατά τη διάρκεια της εφηβικής περιόδου με τις πιο έντονες βιοσωματικές και ψυχοσυναισθηματικές αλλαγές στη ζωή ενός ανθρώπου. Ο Τραμπ, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να είναι αυτός που βλέπουμε σήμερα, αν ο κόσμος μας δεν ήταν αυτός που είναι.
Ναι, ο πλανητάρχης είναι ένα πλανητικό σύμπτωμα που ενσαρκώνει τη νεο-λαϊκιστική απόλαυση. Εξάλλου ήταν ο πρώτος πρόεδρος που χρησιμοποίησε ανοιχτά τη ρητορική του λευκού εξτρεμισμού, καταγγέλλοντας τον πολιτικό κόσμο και την καθεστηκυία τάξη. Κανονικοποίησε δηλαδή το μίσος μέσα στην αμερικανική κοινωνία, κάνοντάς το μέρος του αμερικανικού ονείρου και εξάγοντάς το εν συνεχεία στον υπόλοιπο κόσμο. Αν δεν είναι, συνεπώς, ψυχοπολιτικό σύμπτωμα της κρίσης της φιλελεύθερης νεωτερικότητας, ψυχοπολιτικό σύμπτωμα μιας ιστορικής μετάβασης και της αποσύνδεσης μεταξύ θεσμών, αλήθειας και υποκειμένου, τότε τι άλλο μπορεί είναι ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ που επιβάλλει την «ειρήνη των όπλων»; Τροφή για σκέψη…
