Είναι σπάνιες οι φορές που η διασκευή ενός έργου και μάλιστα κλασικού όχι μόνο αναδεικνύει το πρωτότυπο, αλλά γίνεται ένα ολοκληρωμένο έργο σαν να έχει γραφτεί από την αρχή ως τέτοιο: αυτό έχει καταφέρει ο Γιάννης Νταλιάνης με την παράσταση «Ημερη – Η ανατομία μιας πτώσης» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, μια παράσταση στην οποία υπογράφει τη διασκευή και τη σκηνοθεσία. Eίναι με την Ιώβη Φραγκάτου στο ρόλο της «Ημερης», τον Χάρη Χαραλάμπους Καζέπη στον ρόλο του άντρα-αφηγητή και τους Δήμητρα Σταύρου και Γιώργο Κορομπίλη στους ακόμα δύο ρόλους του έργου, που αν και με μικρότερη σκηνική παρουσία ξεχωρίζουν, φανερώνοντας και το πόσο καλή σκηνοθεσία έχει η παράσταση (σ.σ. είναι σχεδόν αδύνατον να δεις μια καλή θεατρική ερμηνεία δίχως αυτό να φέρει ισχυρή σκηνοθετική ευθύνη) και πόσο καλοί ηθοποιοί είναι οι ίδιοι. Οσο για την Ιώβη και τον Χάρη, δύο νέα πρόσωπα αλλά διόλου άγνωστα στο θεατρικό κοινό, ανταποκρίνονται με συνέπεια και ένταση στο απαιτητικό υλικό: η μετάβαση και των δύο ρόλων από τη σιωπή στην έκφραση είναι το κεντρικό στοιχείο, στοιχείο όχι απλώς τεχνικό, αλλά θεματικό. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση όπου οι ερμηνείες σηκώνουν το βάρος της ψυχολογικής έντασης και της μεταφορικής πτώσης των χαρακτήρων, ενώ ταυτόχρονα δεν βαραίνουν τον θεατή – τουναντίον. Καταλαβαίνεις τους ήρωες, τους χαμογελάς, θέλεις να τους δεις ξανά και ξανά.
Ο Ντοστογιέφσκι σε αυτή τη νουβέλα, από τις πιο σκοτεινές του, τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησης έναν άντρα-αφηγητή που μονολογεί πάνω από το άψυχο σώμα της γυναίκας του. Ο Νταλιάνης προχωρά ένα βήμα παραπέρα (ή παραδίπλα – πάντως το προχωρά): τολμά, με τρυφερότητα, γνώση και επιτυχές αποτέλεσμα, να δείξει όλες τις πτυχές των χαρακτήρων – όχι μόνο στο έργο, αλλά και στην κοινωνία. Τη γυναίκα που όταν μιλά σταματά να είναι η «Ημερη» και αποτελεί πλέον κίνδυνο και απειλή (για ποιον άραγε;), τον άντρα που προβληματίζεται, αγαπά αλλά δεν ξέρει κιόλας πώς να φερθεί, μπερδεύεται ανάμεσα στα όνειρά του, τον έρωτα και τις κοινωνικές νόρμες και ακόμα δύο χαρακτήρες που συνθέτουν ολόκληρες κοινωνικές δομές. Κανείς (μας κατ’ ουσίαν) δεν μένει απέξω, ούτε μετέωρος. Ισα ίσα: η παράσταση είναι γήινη όσο και ονειρική. Μόνο που για να υπάρξεις πετώντας, χρειάζεσαι τη γη. Ή έστω, ξεκινάς από αυτή. Και κάπου εκεί, και κάπως έτσι, αναδεικνύεται και το γιατί μας αφορά πολιτικά, υπαρξιακά το συγκεκριμένο έργο.
Από την πλευρά του ο Γιάννης Νταλιάνης παρουσιάζει ένα από τα καλύτερα, πιο σύγχρονα και δίχως καν τα φεμινιστικά στερεότυπα, φεμινιστικό μανιφέστο επί σκηνής. Και το έκανε ένας άντρας αυτό! Ταυτόχρονα δρα αντιμετωπίζοντας το έργο και ως μια βαθιά ψυχολογική μελέτη πάνω σε ενοχή, έλεγχο, φόβο και αυτοκαταστροφή. Σκηνοθετικά διατηρεί τον υπαρξιακό πυρήνα του έργου και επιλέγει μια συγκεκριμένη δραματουργική τομή: δίνει φωνή στη γυναίκα, παρότι στο πρωτότυπο παραμένει σιωπηλή. Αυτό λειτουργεί σαν διεύρυνση του έργου, με στόχο να αναδείξει την εσωτερική σύγκρουση και την αναμέτρηση εξουσίας/σιωπής.
«Αυτό που με αφορά βαθιά είναι η στιγμή που η γυναίκα παύει να είναι αντικείμενο ερμηνείας και γίνεται υποκείμενο σκέψης» μας λέει η Ιώβη Φραγκάτου και συνεχίζει: «Πολιτικά γιατί η σιωπή της δεν είναι προσωπική επιλογή, αλλά κοινωνική κατασκευή. Υπαρξιακά γιατί η φωνή της δεν έρχεται ως λύτρωση, αλλά ως ανάγκη επιβίωσης. Η Ημερη δεν μιλά για μια “τραγική γυναίκα”· μιλά για το τι συμβαίνει όταν κάποιος ζει χωρίς δικαίωμα λόγου – και τι κόστος έχει αυτό, όχι μόνο για εκείνον, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία». «Αν κάτι με συγκινεί, για να μην πω με συγκλονίζει στη συγκεκριμένη νουβέλα, αλλά και στον Ντοστογιέφσκι γενικότερα, είναι η αδυναμία των ανθρώπων, παρά τις όποιες προθέσεις τους, να συναντηθούν, να συνυπάρξουν, να επιτελέσουν, όπως λέει και ο ήρωας στο τέλος, αυτήν την αξεπέραστη παρακαταθήκη: “Αγαπάτε αλλήλους”» λέει ο Γιάννης Νταλιάνης. «Ο κορυφαίος αυτός συγγραφέας σκιαγραφώντας τις ψυχές των ηρώων του και μέσα από τις σχέσεις των ανθρώπων, χωρίς να πολιτικολογεί, κάνει μια βαθιά κοινωνικοπολιτική και ταξική ανάλυση. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα που με αφορά προσωπικά σε αυτή τη φάση της ζωής μου: ενώ ο Ντοστογιέφσκι όταν έγραψε τη νουβέλα είχε εγκαταλείψει πια τις νεανικές επαναστατικές του ιδέες, στο τέλος έχει ένα ξέσπασμα ενάντια στους άδικους νόμους, την ασυδοσία της εξουσίας και την κοινωνική υποκρισία».
«Ο Γιάννης αποφασίζει να δώσει βήμα στη γυναίκα σε αυτό το ανέβασμα. Αυτό είναι από μόνο του πολιτική πράξη, όχι γιατί “φωνάζει”, αλλά γιατί υπάρχει» συμπληρώνει η Ιώβη. «Η γυναίκα σε αυτή τη διασκευή δεν μιλά για να καταγγείλει· μιλά γιατί η σιωπή δεν μπορεί να είναι πια η μόνη της/μας ταυτότητα. Αν αυτό διαβάζεται ως φεμινιστικό μανιφέστο, είναι γιατί το δικαίωμα στη φωνή παραμένει ακόμα ζητούμενο». «Δεν υπάρχει κάτι που δεν θέλησα να ειπωθεί» λέει ο Γιάννης. «Αντίθετα προσπάθησα να συμπεριλάβω όλες τις πτυχές και τις αποχρώσεις του κειμένου, φροντίζοντας βέβαια και τη σκηνική οικονομία. Ο θεατρικός χρόνος είναι αμείλικτος, απαιτεί μια μεστότητα τελείως διαφορετική από εκείνον της λογοτεχνίας. Και εδώ η παράσταση νομίζω πως πέτυχε ιδιαίτερα , αφού οι θεατές παρακολουθούν προσηλωμένοι την ιστορία. Τώρα για το τι ήθελα να “φωναχτεί”, πρέπει να επισημάνω ότι, χωρίς να είναι στην αισθητική μου και στις προθέσεις μου το κήρυγμα ή ο διδακτισμός, στην Ημερη το πράγμα φωνάζει από μόνο του: η γυναίκα επιζητά μέχρι τελικής πτώσεως την επαφή, την επικοινωνία, τον διάλογο. Ο άντρας όλα αυτά τα αποφεύγει. Μεταθέτει την αγάπη, όπως λέει και ο ίδιος, για αργότερα, αφού πρώτα πετύχει τους στόχους του».
Ενα άντρας και μια γυναίκα. Μια γυναίκα ιδιοκτησία/θύμα/«ήμερη»/πειρασμός. Εχουμε φτάσει στο μέλλον όπου μια γυναίκα μπορεί απλώς να είναι γυναίκα; «Εχουμε κάνει βήματα, αλλά συχνά αλλάζουμε μόνο τις λέξεις, όχι τις δομές. Η γυναίκα εξακολουθεί να καλείται να αποδείξει, να ισορροπήσει, να καθησυχάσει. Το μέλλον δεν είναι όταν η γυναίκα “δυναμώνει”. Είναι όταν δεν χρειάζεται να απολογείται για την ύπαρξή της. Οταν μπορεί απλώς να είναι – χωρίς ερμηνεία, χωρίς ρόλο, χωρίς φόβο» απαντά η Ιώβη. «Είναι βαθιές οι ρίζες της πατριαρχίας. Στην παράσταση, αντλώντας από την εκπληκτική πορεία της Ημερης, χωρίς πιστεύω να ξεπέφτω σε έναν φτηνό φεμινισμό, κάνω μια έμμεση αναδρομή στην εξέλιξη της γυναίκας στα τελευταία 150 χρόνια, καθώς η νουβέλα γράφτηκε το 1876, δηλαδή πριν από 150 χρόνια: στο πρώτο στάδιο υπάρχει αθωότητα, έλλειψη εκπαίδευσης, οικονομική εξάρτηση από τον πατέρα ή από τον σύζυγο, οικιακά ως επάγγελμα, σεξουαλικό αντικείμενο, φόβος. Δεύτερο στάδιο: ενηλικίωση, εκπαίδευση, εργασία, συμμετοχή στις αποφάσεις. Τρίτο στάδιο: χειραφέτηση, διεκδίκηση ανεξαρτησίας, σύγκρουση, επανάσταση, ελευθερία!».
Είναι επικίνδυνα ενδιαφέρον πως ενώ η παράσταση ξεκίνησε λίγο πριν από το 2026, εξελίσσεται σε μια περίοδο που μέσα σε ελάχιστες μέρες ο κόσμος όπως τον ξέραμε αλλάζει: στο Ιράν γίνονται διαδηλώσεις και στυγνές δολοφονίες, το διεθνές δίκαιο καταπατάται δίχως σχεδόν καμία αντίδραση από κανέναν και οι αξίες χάνονται το ίδιο εύκολα όπως και η ζωή της Ρενέ Γκουντ στη Μινεσότα ή του Ερφάν Σολτανί στο Ιράν. Σε αυτόν τον κόσμο ποια ζητήματα θέτει η «Ημερη» και τελικά πόσο «ήμεροι» μπορούμε να είμαστε; Ο Γ. Νταλιάνης δείχνει σκεφτικός, μα μοιάζει σε απόγνωση: «Τα γεγονότα μάς ξεπερνούν, αλλά θέλω να ελπίζω ότι η Ημερη με τον τρόπο της βάζει κι αυτή ένα ελάχιστο λιθαράκι στην προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε το σκοτάδι που μας κατακλύζει». «Τις στιγμές που η πραγματικότητα μοιάζει να ξεπερνά τη σκέψη μας -με απειλές παντού, θεσμούς να αποδυναμώνονται και μια γενικευμένη αίσθηση αδυναμίας- η Ημερη μιλά για την εξουσία που ασκείται ήσυχα» λέει η Ιώβη. «Για την οργή που δεν εκρήγνυται, αλλά συσσωρεύεται. Για κοινωνίες που κουράστηκαν να νιώθουν και έμαθαν να σωπαίνουν. Δεν είναι έργο για το παρελθόν. Είναι έργο για τη στιγμή πριν από την πτώση – όταν όλα φαίνονται τακτοποιημένα, αλλά κάτι μέσα έχει ήδη ραγίσει. Θέτει το ζήτημα της ευθύνης: όχι μόνο της εξουσίας που επιβάλλεται, αλλά και της κοινωνίας που συνηθίζει, που ανέχεται, που σωπαίνει».
Η συζήτηση καταλήγει με τον «ήχο της σιωπής», όπως ακούγεται και στην παράσταση: τελικά είναι καταφύγιο ή απειλή; Και όταν μια κοινωνία σιωπά, οι καλλιτέχνες τι κάνουν; «Η σιωπή είναι χρυσός σε ορισμένες περιπτώσεις, υποταγή και υποδούλωση σε άλλες. Τελευταία έχουμε και το τραγελαφικό: “Ασκώ το δικαίωμα της σιωπής”. Στην Ημερη ο άντρας επιλέγει τη σιωπή ως στάση ζωής από φόβο, δεν εκφράζει τις σκέψεις του, τις καταπνίγει μέσα του: “Εγώ της μίλησα σωπαίνοντας. Ημουν ειδικός στο να μιλάω σωπαίνοντας. Εζησα ολόκληρες τραγωδίες σωπαίνοντας…” λέει. Η γυναίκα όμως μιλάει. Επιζητά απελπισμένα τον διάλογο. Οταν αγγίζει οδυνηρές αλήθειες, τιμωρείται με σιωπή, φιμώνεται. Στο τέλος, όταν ο άντρας πια παραληρεί, η γυναίκα σιωπά αναζητώντας λίγη ησυχία» εξηγεί ο Γ. Νταλιάνης. «Η σιωπή μπορεί να είναι καταφύγιο όταν είναι επιλογή. Γίνεται απειλή όταν επιβάλλεται. Στην Ημερη η σιωπή δεν είναι αθώα. Είναι ο χώρος όπου κρύβεται η βία, η ενοχή, η απώθηση. Κι όταν μια κοινωνία συνηθίσει αυτόν τον ήχο, κινδυνεύει να τον θεωρήσει φυσιολογικό. Και κάτι ακόμα: Να υπάρχουμε ως άνθρωποι που κρατάμε χώρο για τον άλλον χωρίς να τον καταλαμβάνουμε. Που δεν φοβόμαστε τη φωνή, τη διαφωνία, την ευθραυστότητα» λέει η Ιώβη και καταλήγει: «Οι καλλιτέχνες δεν αντικαθιστούν την κοινωνία. Ούτε τη σώζουν. Αλλά κρατούν ανοιχτό το ρήγμα. Υπενθυμίζουν ότι κάτι δεν ειπώθηκε. Οτι κάτι ζητά φωνή. Και ίσως αυτό να είναι αρκετό: να μη συνηθίσουμε τη σιωπή. Να μην τη δεχτούμε ως κανονικότητα». Για να πάρει τον λόγο ο Γιάννης: «Οταν μια κοινωνία σιωπά, οι καλλιτέχνες οφείλουν να μιλήσουν. Τα κείμενά τους, οι πίνακες, οι φωτογραφίες, οι στίχοι, οι ταινίες, τα τραγούδια τους. Αυτά μπορούν να νικήσουν τον φόβο».
■ Η θεατρική διασκευή στηρίχθηκε στην απόδοση του Γιάννη Νταλιάνη από την αγγλική έκδοση «Fyodor Dostoevsky – A Gentle Creature and Other Stories» (Oxford). Οι διαλογικές σκηνές έχουν προκύψει και από αυτοσχεδιασμούς πάνω στις αφηγηματικές περιγραφές. Υπάρχουν σκόπιμες αυτοαναφορές, ενώ έχει ενσωματωθεί πολύτιμο υλικό από τα έργα του Ντοστογιέφσκι: «Εγκλημα και τιμωρία», «Οι φτωχοί», «Νιετόσκα Νιεζβάνοβα», «Μια αξιοθρήνητη ιστορία», «Η γυναίκα ενός άλλου και ο άντρας κάτω από το κρεβάτι» κ.ά.
ℹ️ «Ημερη – Η ανατομία μιας πτώσης» | Κάθε Δευτ., Τρ. στις 21.00, στο θέατρο «Θησείο – Ενα θέατρο για τις Τέχνες» (Τουρναβίτου 7, τηλ. 210-3255444). Προπώληση: www.more.com. Σκηνικά: Νατάσσα Τσιντικίδη. Κοστούμια: Ιώβη Φραγκάτου. Φωτισμοί: Χάρης Δάλλας. Μουσική: Ορέστης Ντάντος. Ακούγεται η φωνή του Δημήτρη Πιατά
