ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Αγγελίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα ζυμαρικά είναι εδώ και πολλές δεκαετίες ταυτισμένα με την ιταλική κουζίνα, γεγονός που αντανακλάται στα οικονομικά στοιχεία: Η Ιταλία είναι πρώτη και με μεγάλη διαφορά στην παραγωγή ζυμαρικών στην Ευρώπη, πρώτη στις εξαγωγές ζυμαρικών και πρώτη στην κατανάλωση ζυμαρικών παγκοσμίως. Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως τη δεύτερη θέση στην κατανάλωση ζυμαρικών στην Ευρώπη –και την τέταρτη στον κόσμο, πίσω από την Ιταλία, την Τυνησία και τη Βενεζουέλα– την έχει η Ελλάδα. «Είμαστε μακαρονάδες, τι να κάνουμε;», θα λέγαμε παραφράζοντας το σλόγκαν που άφησε εποχή από την τηλεοπτική διαφήμιση των ζυμαρικών Melissa στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, με πρωταγωνιστή τον τότε μάλλον άγνωστο στο ευρύ κοινό Φώτη Σεργουλόπουλο.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του UNAFPA, της Ομοσπονδίας παραγωγών ζυμαρικών της Ε.Ε., τα οποία καλύπτουν μέχρι και τον Οκτώβριο του 2025 για ορισμένες χώρες, στην ΕΕ. η ετήσια κατανάλωση ζυμαρικών ξεπέρασε για πρώτη φορά το 2024 τους 4.000.000 τόνους. Στην Ελλάδα η ετήσια κατανάλωση ζυμαρικών ανήλθε σε 12,2 κιλά κατά μέσο όρο ανά άτομο (υπερδιπλάσια ήταν η κατανάλωση ζυμαρικών στην Ιταλία, 23,3 κιλά τον χρόνο, ενώ από τις χώρες της Ε.Ε. ακολουθούν μετά την Ελλάδα η Γερμανία με 10,1 κιλά, η Γαλλία με 8,7 κιλά και η Ουγγαρία με 7,5 κιλά).

Ως προς την παραγωγή, η Ελλάδα είναι η τέταρτη στην Ε.Ε. χώρα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, με παραγωγή 185.000 τόνων ζυμαρικών το 2024, το 3,1% της παραγωγής της Ε.Ε. Την αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία την έχει η Ιταλία, που παρήγαγε 4,1 εκατομμύρια τόνους ζυμαρικά, και ακολουθούν η Ισπανία με 367.000 τόνους, το 6% της παραγωγής της Ε.Ε., και η Γερμανία με 290.000 τόνους, το 5% της παραγωγής της Ε.Ε.

«H Eλλάδα είναι δεύτερη στην κατανάλωση ζυμαρικών στην Ευρώπη και τέταρτη στον κόσμο»

«Η ελληνική βιομηχανία ζυμαρικών είναι εξωστρεφής και ανταγωνιστική. Σήμερα στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται 4 μεγάλες εταιρείες παραγωγής ζυμαρικών, με τα τελευταία 20 χρόνια ο αριθμός αυτός να παραμένει αμετάβλητος. Οι εισαγωγές ζυμαρικών στην Ελλάδα είναι ελάχιστες – 2-3%. Αντιθέτως οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% της παραγωγής. Ιδιαίτερα εγχώρια, τα ζυμαρικά βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα προτίμησης από τους καταναλωτές, ενώ η κατανάλωση την τελευταία 5ετία αυξάνεται με έναν ρυθμό της τάξης του 2-3%», σημειώνει στην «Εφ.Συν.» ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ).

Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο, από τις τέσσερις μεγάλες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα –Μellissa Κίκιζας, Barilla Hellas (MISKO), Eurimac (MAKVEL), Ilios–, η πρώτη κατέγραψε αύξηση τζίρου 12,5% το 2024 από την προηγούμενη χρονιά, η δεύτερη 7,5%, η τρίτη συνέχισε να αναπτύσσεται και να αυξάνει το δίκτυο εξαγωγών φτάνοντας τις 60 χώρες, ενώ η τέταρτη εισήλθε σε μεταβατική περίοδο και κατέγραψε μείωση τζίρου.

Από τα σπαγγέτι που εμφανίζονταν στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 στη διαφήμιση με τον «μακαρονά» της Melissa και πολύ παλιότερα στην έντυπη διαφήμιση της ΜISΚO, της εταιρείας που δημιούργησε στην Πάτρα το πρώτο εργοστάσιο μαζικής παραγωγής και συσκευασίας ζυμαρικών της Ελλάδας το 1953, η οποία καθιέρωσε το σλόγκαν με τον μοναχό Ακάκιο («Aκάκιε, τα μακαρόνια να είναι MISΚO»), σήμερα τα ζυμαρικά γνωρίζουν μεγάλη διαφοροποίηση και απευθύνονται σε εξειδικευμένες ανάγκες και γευστικές επιθυμίες. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και ιδίως μετά τις αρχές της δεκαετίας του 2010, άρχισαν να λανσάρονται σταδιακά στην ελληνική αγορά τα ζυμαρικά ολικής άλεσης και οι παιδικές σειρές ζυμαρικών και στη συνέχεια τα ζυμαρικά χωρίς γλουτένη, premium και βιολογικές σειρές, ζυμαρικά με β-γλυκάνη ή υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη ή τελευταία, ζυμαρικά με αλεύρι από όσπρια.

Στην ευρωπαϊκή αγορά σημειώθηκε λόγω των πληθωριστικών πιέσεων αύξηση της μέσης τιμής πώλησης των ζυμαρικών, η οποία ανήλθε σε 1,50 ευρώ το κιλό. Στην Ελλάδα η τιμή πώλησης στο ράφι είναι χαμηλότερη, αν πάρει κανείς υπόψη και τις προσφορές σε συγκεκριμένα είδη, ιδίως σπαγγέτι. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του ΣΕΒΤ ότι «σήμερα τα ζυμαρικά αποτελούν από τα πιο οικονομικά τρόφιμα, όπως επιβεβαιώνεται και από την αυξημένη ζήτηση, με τις τιμές τους να είναι πτωτικές, όπως προκύπτει από στοιχεία της Nielsen» δεν ανταποκρίνεται στην εικόνα που έχουν ενώσεις καταναλωτών.

Ο Απόστολος Ραυτόπουλος, πρόεδρος της Ενωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας (ΕΕΚΕ), λέει στην «Εφ.Συν.» ότι η τιμή πώλησης του σκληρού σιταριού από τον παραγωγό μειώθηκε 32% το 2025, φτάνοντας μέχρι και τα 0,19 ευρώ το κιλό, χαμηλότερα ακόμα και από το κόστος παραγωγής, έναντι 0,28 ευρώ το κιλό το 2024. Παρ’ όλα αυτά, όπως λέει ο κ. Ραυτόπουλος, οι καταναλωτές δεν βλέπουν στα ράφια των σουπερμάρκετ αντίστοιχη μείωση της τιμής, αντιθέτως βλέπουν αδικαιολόγητες αυξήσεις, που παραπέμπουν στο φαινόμενο της αισχροκέρδειας που εκδηλώνεται τόσο στις βιομηχανίες όσο και στους λιανέμπορους. Επισημαίνει για παράδειγμα ότι στα τέλη Νοεμβρίου η τιμή των ζυμαρικών συγκεκριμένης εταιρείας που ήταν σε προσφορά σε συγκεκριμένο σουπερμάρκετ (νούμερο 6, νούμερο 7 και νούμερο 10, που συνήθως έχουν τη χαμηλότερη τιμή, ενώ συνήθως τα λιγκουίνι, νούμερο 13, είναι πιο ακριβά) αυξήθηκε από 0,70 σε 0,75 ευρώ, αύξηση 7%, ενώ έχουν σημειωθεί και μεγαλύτερες αυξήσεις.

Μακαρονάδες αποδεικνύονται και οι Γάλλοι, τέταρτοι σε ετήσια κατανάλωση ζυμαρικών στην Ε.Ε. με 8,7 κιλά, πίσω από την Ιταλία, την Ελλάδα και τη Γερμανία. Σύμφωνα με στοιχεία του Γεωργικού Επιμελητηρίου της χώρας, η κατανάλωση ζυμαρικών έφτασε τους 566.616 τόνους το 2022, πωλήθηκαν 488 εκατομμύρια συσκευασίες και επτά στους δέκα έφαγαν ζυμαρικά τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.

Τίποτα δεν φτάνει όμως την Ιταλία, όπου τα ζυμαρικά, μαζί με την πίτσα, θεωρούνται συνώνυμο της παραδοσιακής ιταλικής κουζίνας, αν και στην πραγματικότητα η ιταλική κουζίνα που γνωρίζουμε σήμερα διαμορφώθηκε τις μεταπολεμικές δεκαετίες, κυρίως από Ιταλούς μετανάστες στις ΗΠΑ που επέστρεψαν στην Ιταλία. Σύμφωνα με ιστορικούς της τροφής, η πρώτη καρμπονάρα φτιάχτηκε το 1944 από Ιταλό σεφ σε δείπνο για τον αμερικανικό στρατό στο Ριτσόνε της βόρειας Ιταλίας, ενώ μαρτυρίες ηλικιωμένων σήμερα Ιταλών αναφέρουν ότι προπολεμικά έτρωγαν ζυμαρικά μόνο τις Κυριακές και ότι μπορεί να τα συνόδευαν με σάλτσα αματριτσιάνα, που περιέχει μπέικον, μία φορά τον χρόνο, όταν έσφαζαν γουρούνι (βλ. «Οι επικίνδυνοι ευρωπαϊκοί μύθοι του γαστρονομικού εθνικισμού», «Εφ.Συν.», 29/12/2024).

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με έρευνα που ανέθεσαν οι παραγωγοί ζυμαρικών στο Ινστιτούτο AstraRicerche, 8 στους 10 Ιταλούς θεωρούν τα ζυμαρικά το αδιαμφισβήτητο σύμβολο της ιταλικότητας, ενώ το 96,6% τα θεωρεί πρεσβευτή του Made in Italy. «Για τους Ιταλούς, τα ζυμαρικά είναι ζήτημα ένταξης σε μια ομάδα και πηγή υπερηφάνειας. Ο τομέας των ζυμαρικών αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της οικονομίας μας και της πολιτιστικής μας ταυτότητας», σημειώνει η Μαργκερίτα Μαστρομάουρο, πρόεδρος των Ιταλών Παραγωγών Ζυμαρικών της Ιταλικής Ενωσης Τροφίμων.

Σύμφωνα με τη μελέτη, 80 εκατομμύρια μερίδες ιταλικών ζυμαρικών σερβιρίστηκαν σε σπίτια και εστιατόρια σε σχεδόν 200 χώρες πέρυσι. «Η ιταλική βιομηχανία ζυμαρικών παραμένει στρατηγικό πλεονέκτημα για τον ιταλικό αγροδιατροφικό τομέα, παρά το σενάριο που χαρακτηρίζεται από υψηλούς δασμούς εξαγωγής προς τις ΗΠΑ, πληθωρισμό, συγκρούσεις, αυξανόμενο κόστος πρώτων υλών και κλιματική αλλαγή που επηρεάζει τις συγκομιδές σκληρού σιταριού», σημειώνει ο οργανισμός.

Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν: Il Solo Ore – Iταλία (Davide Madeddu), Voxeurop – Γαλλία