ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Φωτόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε κλίμα έντονης ανησυχίας για την κατάσταση του κράτους δικαίου πραγματοποιήθηκε χθες βράδυ στη Θεσσαλονίκη η εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» με θέμα τις Ανεξάρτητες Αρχές και τη σχέση τους με το πολιτικό σύστημα. Οι παρεμβάσεις πρώην επικεφαλής κρίσιμων θεσμών και πανεπιστημιακών δεν άφησαν περιθώρια παρερμηνειών! Οι Ανεξάρτητες Αρχές στην Ελλάδα βρίσκονται σε φάση υποβάθμισης, απονεύρωσης και αμφισβήτησης, με ξεκάθαρη ευθύνη της πολιτικής εξουσίας αλλά… και της δικαστικής!

Τον πιο δραματικό τόνο έδωσε ο Χρήστος Ράμμος, επίτιμος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και τέως πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών. Μίλησε για μια κατάσταση οριακή, θέτοντας ευθέως το ερώτημα αν το Σύνταγμα εξακολουθεί να λειτουργεί ως ουσιαστικό θεμέλιο ή έχει μετατραπεί σε απλό πρόσχημα. «Χρειάζεται συναγερμός», τόνισε, περιγράφοντας μια περίοδο βαθιάς θεσμικής αμφισβήτησης.

Η ΑΔΑΕ

Σύμφωνα με τον κ. Ράμμο, οι Ανεξάρτητες Αρχές αντιμετωπίζονται ως «φτωχός συγγενής» από το πολιτικό σύστημα, το οποίο τις ανέχεται μόνο όταν το εξυπηρετούν και τις υπονομεύει όταν ασκούν πραγματικό έλεγχο. Υπενθύμισε ότι στην Ελλάδα δεν αποτέλεσαν προϊόν εσωτερικής πολιτικής βούλησης, αλλά επιβλήθηκαν ως ευρωπαϊκή υποχρέωση, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την εχθρική στάση που συχνά αντιμετωπίζουν.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ακραία υποστελέχωση και υποχρηματοδότηση. Η ΑΔΑΕ, όπως είπε, λειτουργεί με περίπου 35 άτομα προσωπικό και με προϋπολογισμό ανεπαρκή ακόμη και για στοιχειώδεις τεχνολογικούς ελέγχους. Παράλληλα, κατήγγειλε ότι οι διοικήσεις των Αρχών συχνά συγκροτήθηκαν με κριτήρια κομματικών ισορροπιών, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζονται οι κυρώσεις σε κρίσιμες υποθέσεις, όπως οι παρακολουθήσεις.

Η ΑΔΑΕ, στην πράξη, δεν μπόρεσε ποτέ να ελέγξει φακέλους άρσης απορρήτου για να διαπιστώσει αν υπήρχε επαρκής και νόμιμη αιτιολογία. «Σήμερα το απόρρητο μπορεί να αρθεί ακόμη και για πλημμελήματα», σημείωσε, κάνοντας λόγο για ουσιαστική αδυναμία εφαρμογής των συνταγματικών εγγυήσεων. Δήλωσε, τέλος, «ακραία απαισιόδοξος», προειδοποιώντας για έναν διεθνή και εθνικό σκοτεινό ορίζοντα όταν οι θεσμοί απαξιώνονται.

Στο ίδιο μήκος κύματος, αν και με διαφορετικό ύφος, κινήθηκε και ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, επίτιμος πρόεδρος του ΣτΕ και τέως πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ). Παραδέχθηκε ότι δεν έχει εύκολη απάντηση στο αν οι Ανεξάρτητες Αρχές αποτελούν θεσμικά αντίβαρα, ωστόσο η εμπειρία του, όπως τόνισε, δείχνει ότι λειτουργούν ως πραγματικές δυνάμεις ανάσχεσης της εξουσίας. Ταυτόχρονα έθεσε ένα κρίσιμο ερώτημα: Μήπως ορισμένες Αρχές δημιουργήθηκαν για να μεταφερθούν σε αυτές ευθύνες της πολιτικής εξουσίας;

Τα στοιχεία που παρουσίασε για την ΑΠΔΠΧ ήταν αποκαλυπτικά. Το 2024 κατατέθηκαν 1.992 καταγγελίες, αυξημένες κατά 29% σε σχέση με το 2023, εκ των οποίων διεκπεραιώθηκαν 1.422, με προσωπικό μόλις 50 ατόμων, όταν οι οργανικές θέσεις είναι 91 και οι πραγματικές ανάγκες –σύμφωνα με μελέτη της ίδιας της Αρχής– απαιτούν 135. «Η υποστελέχωση αυτή αφήνει ελάχιστα περιθώρια για αυτεπάγγελτες δράσεις και οδηγεί σε διαχείριση κρίσεων αντί για ουσιαστικό έλεγχο», είπε.

Θεσμικός έλεγχος

Σύμφωνα με τον ίδιο, για υποθέσεις μεγάλης πολιτικής σημασίας, όπως η διαρροή προσωπικών δεδομένων από το υπουργείο Εσωτερικών ή το σκάνδαλο Predator, η Αρχή δεν διέθετε τα μέσα για κατασχέσεις ή ενδελεχείς ελέγχους, περιοριζόμενη στην επιβολή προστίμων, όπως στην περίπτωση της Intellexa για άρνηση συνεργασίας.

Νωρίτερα, ο Κυριάκος Παπανικολάου, επίκουρος καθηγητής του ΔΠΘ, έδωσε τη θεωρητική διάσταση της σύγκρουσης. Τόνισε ότι οι Ανεξάρτητες Αρχές βρίσκονται εξ ορισμού απέναντι στην πολιτική εξουσία, προσφέροντας δημοκρατική νομιμοποίηση και θεσμικό έλεγχο. «Η πολιτική εξουσία αισθάνεται ότι απειλείται γιατί θεωρεί ότι χάνει μέρος της ισχύος της», σημείωσε, περιγράφοντας μια συνειδητή προσπάθεια απονεύρωσης των αρχών.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, όπου το Συμβούλιο της Επικρατείας βρέθηκε σε ασφυκτικό πολιτικό πλαίσιο, αλλά και την περίπτωση της ΑΔΑΕ, η οποία –όπως είπε– αποδυναμώθηκε χωρίς καν να ερωτηθεί για τη νομοθετική ρύθμιση που την αφορούσε άμεσα. «Δεν είναι δυνατόν να νομοθετείται κάτι που αφορά μια Ανεξάρτητη Αρχή χωρίς τη γνώμη της», υπογράμμισε.

Τη συζήτηση άνοιξε η Ιφιγένεια Καμτσίδου, ομότιμη καθηγήτρια του ΑΠΘ και πρόεδρος του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», η οποία έθεσε το ιστορικό και συνταγματικό πλαίσιο. Υπενθύμισε ότι οι Ανεξάρτητες Αρχές εμφανίστηκαν στην Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ως ανάχωμα σε ισχυρά κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα και ότι στην Ελλάδα εντάχθηκαν συνταγματικά για την άμεση προστασία των δικαιωμάτων και την ενίσχυση της δημοκρατίας.

Αναγνώρισε τον κρίσιμο ρόλο του Συνηγόρου του Πολίτη στην ανάδειξη ελλειμμάτων προστασίας δικαιωμάτων, αλλά άσκησε κριτική σε Αρχές όπως το ΕΣΡ, που δεν κατόρθωσαν να διασώσουν τον πλουραλισμό και την ανεξάρτητη ενημέρωση, εγκλωβισμένες σε κομματικές αντιπαραθέσεις. «Η συνταγματική πρακτική», κατέληξε, «χαρακτηρίζεται δυστυχώς από κυβερνητικές παρεμβάσεις απέναντι σε Αρχές που διαφωνούν».

Σαφές μήνυμα

Στο πάνελ συμμετείχαν επίσης η Χρύσα Χατζή, ειδική επιστήμονας στον Συνήγορο του Πολίτη, με εισήγηση για τη θεσμική ανθεκτικότητα, ο Κώστας Στρατηλάτης, επίκουρος καθηγητής του ΑΠΘ, για τις προκλήσεις λειτουργίας του ΕΣΡ, ενώ έγιναν παρεμβάσεις από την Ελισσώ Αναστασιάδου (ΑΣΕΠ) και τη Θέμιδα Τσολάκου, διοικητική πρωτοδίκη, για τον δικαστικό έλεγχο των Ανεξάρτητων Αρχών.

Το συνολικό μήνυμα της βραδιάς ήταν σαφές και δυστυχώς ιδιαίτερα ανησυχητικό: Χωρίς ισχυρές, πραγματικά Ανεξάρτητες Αρχές, το δημοκρατικό πολίτευμα χάνει τα θεσμικά του αντίβαρα και η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως την πολιτική εξουσία, που επιλέγει να τις πολεμά ή να τις χρησιμοποιεί κατά το δοκούν, αντί να τις θωρακίζει…