Στην επίσημη σελίδα του στο Facebook πέφτουμε πάνω σε μια μοναδική φωτογραφία: Μουντάκης και Ψαρογιάννης παίζουν λύρα αντικριστά, περιτριγυρισμένοι από παιδάκια και εφήβους που παίζουν κι εκείνοι λύρα. «Ο Ψαρογιάννης με τον Κώστα Μουντάκη και τους μαθητές τους το 1981. Ο Ψαρογιάννης ήταν από τους λίγους που είχαν πιστέψει εξ αρχής στο όραμα του Μουντάκη για ωδεία καταρτισμένα στην κρητική μουσική και τη διδασκαλία της», αναφέρει η λεζάντα.
Και ίσως αυτή η φωτογραφία να είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να επισημάνει κάποιος τη σημασία τέτοιων δεξιοτεχνών και τον ρόλο που έπαιξαν στη διάσωση όχι μόνο μιας μουσικής παράδοσης αλλά και του τρόπου και του έθους που κουβαλούσαν ούτως ή άλλως γονιδιακά άνθρωποι σαν τον Μουντάκη και βέβαια τους (εγγονούς του Kαραμουζαντώνη που είχε γράψει ιστορία με τη λύρα του) Ξυλούρηδες.
Από χθες, από τα τρία αδέλφια, τα δύο εκ των οποίων έγιναν μυθικά πρόσωπα εν ζωή και ο τρίτος ανεξίτηλος μύθος της Ιστορίας μας -της μουσικής και όχι μόνον- έμεινε μόνο ο Ψαραντώνης. Γιατί ελάχιστες μέρες πριν από την 46η επέτειο θανάτου του Νίκου Ξυλούρη (στις 8/2) έφυγε στα 83 του ο Ψαρογιάννης, ο Δάσκαλος όπως τον αποχαιρέτησαν οι Χαΐνηδες με σεβασμό κι αγάπη, επισημαίνοντας ότι ήταν «εμβληματικός δεξιοτέχνης του λαούτου. Επαιζε επίσης πολύ καλά λύρα και μαντολίνο και οι μουσικές του συνθέσεις αγαπήθηκαν από όλους τους μουσικούς στην Κρήτη. Αποτέλεσε ανεπανάληπτο δίδυμο με τον αδερφό του Νίκο Ξυλούρη. Επίσης συνεργάστηκε με τον έτερο κολοσσό της λύρας Κώστα Μουντάκη, με τον Ψαραντώνη, με άλλους μεγάλους της κρητικής μουσικής καθώς και με καταξιωμένους συνθέτες της ελληνικής μουσικής, όπως οι Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λεοντής, Χάλαρης κ.ά. Ο Ψαρογιάννης», συμπλήρωσαν στο σημείωμά τους, «ήταν μειλίχιος άνθρωπος με υψηλή καλαισθησία και ευγενικούς τρόπους». Παραδόξως ή όχι, φαίνεται κι από τη μορφή του ακόμα και στις φωτογραφίες. Τις κοιτάς και σκέφτεσαι πως αν η μορφή του Ψαραντώνη είναι τα όρη της Κρήτης, του Ψαρογιάννη είναι οι πεδιάδες της.
Δεξιοτεχνία
Μιλάμε φυσικά για ακόμα έναν τεράστιο μουσικό από τα Ανώγεια. Ο ίδιος περιέγραφε μεταξύ άλλων σε μια συνέντευξή του στη Βούλα Νεονάκη για το neakriti.gr: «Γεννήθηκα στ’ Ανώγεια. Ο Νίκος Ξυλούρης είναι αδερφός μου. Ημασταν ένα. Δεκατριών ετών με πήρε ο Νίκος και ξεκινήσαμε να παίζουμε μαζί. Στα καφενεία, τότε, ζητούσανε τους λυράρηδες και ο Νίκος ήταν πρώτος στις επιλογές τους. Εχουμε πάει σε όλα τα χωριά της Κρήτης, σε γάμους, σε πανηγύρια, κάναμε παρέες, καντάδες για να διασκεδάσουμε τον κόσμο. Το 1958 πήγαμε στο Ηράκλειο. Παίζαμε ρούμπα, τανγκό… Μόνοι μας εκπαιδευτήκαμε. Τ’ ακούγαμε, τα μαθαίναμε και τα παίζαμε με δεξιοτεχνία. Προωθούσαμε όμως και τα κρητικά. Διασκευάσαμε τα Ριζίτικα, τον Ερωτόκριτο, τα πήγαμε ένα βήμα παραπέρα. Κάναμε κρητικά τραγούδια, δικής μας έμπνευσης, όπως ο δίσκος: Τα που θυμούμαι τραγουδώ.
»Το 1968 πήγαμε στην Αθήνα. Εμφανιστήκαμε σε αρκετά μαγαζιά. Εκαναν πρόταση στον Νίκο να πει τραγούδια που δεν ήταν κρητικά. Δέχτηκε. Συνεργαστήκαμε με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Χρήστο Λεοντή, τον Λουκά Θάνο, τον Λίνο Κόκοτο. Ο Νίκος τραγουδούσε κι εγώ έπαιζα λαούτο και λύρα.
»Ενα βράδυ μετά την μπουάτ βρεθήκαμε στο Πολυτεχνείο. Υστερα μας πήγανε σ’ ένα διαμέρισμα στον Αγιο Παντελεήμονα. Ηθελαν να μας προστατεύσουν. Μετά από τα επεισόδια πηγαίναμε και παίζαμε στις πλατείες της Αθήνας. Μας καλούσαν και πηγαίναμε κάθε Κυριακή σχεδόν. Το 1978 επέστρεψα στην Κρήτη. Εκανα ένα δίσκο, δικό μου συγκρότημα και συνεργάστηκα με τον Κώστα Μουντάκη, στο ωδείο του, ως δάσκαλος λαούτου και λύρας (…)».
O Γιάννης Ξυλούρης είχε γεννηθεί στα Aνώγεια το 1943. Στα πέντε του μόλις χρόνια έπιασε για πρώτη φορά μαντολίνο και συνέχισε με λαούτο και λύρα. Στο Δημοτικό έπαιζε παραδοσιακά κρητικά μουσικά όργανα και στα 12 χρόνια του συνόδευε με το λαούτο του τον αδελφό του Νίκο. Δεκατεσσάρων χρόνων το 1957, πραγματοποιεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά μαζί με τον Nίκο Ξυλούρη και στα 17 θεωρείται πια ένα από τα καλύτερα λαούτα της Kρήτης και οι πιο σπουδαίοι λυράρηδες επιδιώκουν συνεργασία μαζί του. Λαούτο, λύρα, παραδοσιακό τραγούδι αλλά και δικές του συνθέσεις είναι από εκεί και πέρα ολόκληρη η ζωή του, με πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό: «Πατουχιά, πατουχιά έχω κάνει όλο τον κόσμο» έλεγε ο ίδιος.
Στις μπουάτ
Συνεργάστηκε εκτός από τους αδερφούς του και τον Kώστα Mουντάκη, κυρίως τη δεκαετία του ’60, και με τον Βασίλη Σκουλά. Με τον αδελφό του έζησε και τις μπουάτ στην άνθησή τους και μαζί τη μεγάλη δισκογραφία. «Συνεργαστήκαμε με Σταύρο Ξαρχάκο, Χρήστο Λεοντή, Λουκά Θάνο, Λίνο Κόκοτο…δεν αφήσαμε όμως ποτέ τα κρητικά, τα κάναμε παράλληλα. Για τα έντεχνα τώρα, έχω να σας πω ότι τραγουδούσε ο Νίκος στα πιο πολλά έντεχνα και εγώ έπαιζα και λαούτο και λύρα. Υπήρχαν βραδιές που είχα το βάρος και στα δύο μουσικά όργανα», θυμόταν ο ίδιος. Στο ενεργητικό του είχε και συνεργασίες με διάφορα μουσικά σχήματα από την Ηπειρο, νησιά του Aιγαίου, τη Mικρά Aσία, αλλά και με γνωστούς Ελληνες μουσικοσυνθέτες και τραγουδιστές όπως ο Λάκης Χαλκιάς και η Ελένη Βιτάλη.
«Η προσφορά του στο ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι είναι ανεκτίμητη. Ο μοναδικός τρόπος που εκτελούσε τα κομμάτια θα αποτελέσει αντικείμενο μελέτης για τις επόμενες γενιές», τόνισαν οι Χαΐνηδες στον αποχαιρετισμό τους. Και ίσως πάνω απ’ όλα τα άλλα η προσφορά του στην παράδοση όχι ως μουσειακό είδος αλλά ως ζώσα καθημερινότητα να είναι αυτή που υπονοείται στη φράση του για τα πρώτα χρόνια όταν μαζί με τον αδελφό του τον Νίκο προσαρμόστηκαν κατ’ αρχάς στις ρούμπες και στα τάνγκο: «εκπαιδευτήκαμε», έλεγε, «μόνοι μας στα ευρωπαϊκά και τα παίζαμε με δεξιοτεχνία. Μέσα απ’ όλο αυτό όμως εμείς προωθούσαμε τα κρητικά, τα οποία και ήρθαν πρώτα μετά…».
● Με πληροφορίες από την ιστοσελίδα του Δήμου Ανωγείων και από το neakriti.gr
