Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα τελευταία χρόνια οι κινητοποιήσεις των αγροτών σε Ελλάδα και Ευρώπη έχουν αποκτήσει νέα δυναμική και νέες μορφές, αποτελώντας πεδίο αντιπαράθεσης με κυβερνήσεις, θεσμούς και ευρύτερα κοινωνικά και οικονομικά μοντέλα. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές χιλιάδες αγρότες παραμένουν σε μπλόκα σε εθνικές οδούς και τελωνεία της χώρας μας, ανοίγοντας ενίοτε τις μπάρες στα διόδια ώστε να διευκολύνουν την κυκλοφορία των πολιτών, αλλά ταυτόχρονα διατηρώντας την πίεση στην κυβέρνηση για τα αιτήματά τους.

Ο αγροτικός κόσμος, διαχρονικά περιθωριοποιημένος από την πολιτεία, μέσα από συλλογικές δράσεις, όπως μπλόκα και διαδηλώσεις, επιχειρεί να ανασυνθέσει μια συλλογική ταυτότητα. Ισως γιατί η μεταβίβαση της γης από γενιά σε γενιά συνιστά μορφή συμβολικής κληρονομιάς, εντός της οποίας το υποκείμενο καλείται να ενσαρκώσει ρόλους και προσδοκίες που δεν έχει επιλέξει, υποδηλώνοντας την ισχύ του υπερεγωτικού λόγου στην αγροτική ψυχική οικονομία.

Η κυρίαρχη ανάλυση της αγροτικής τάξης τείνει να προσεγγίζει τον αγρότη ως παραγωγική μονάδα ή ως φορέα πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων ή και διαφθοράς. Μια τέτοια οπτική, ωστόσο, παραβλέπει τη διάσταση της υποκειμενικότητας. Το αγροτικό υποκείμενο δεν προϋπάρχει της σχέσης του με τη γη· συγκροτείται εντός αυτής. Και η γη έχει μητρικές αναπαραστάσεις. Παρέχει θρέψη, ασφάλεια και συνέχεια. Ταυτόχρονα, ωστόσο, διαφεύγει τον πλήρη έλεγχο του αγροτικού υποκειμένου. Το αγροτικό υποκείμενο έχει μάθει να ζει με την αβεβαιότητα, με την απώλεια, με το απρόβλεπτο. Η κακή σοδειά συχνά βιώνεται ως προσωπική αποτυχία, ναρκισσιστικό πλήγμα. Οταν το πραγματικό της φύσης παρεμβαίνει, αποκαλύπτει τα όρια της φαντασιακής παντοδυναμίας και η επιτυχία ή η αποτυχία της καλλιέργειας λειτουργεί ως καθρέφτης του Εγώ.

Το υποκείμενο συχνά εγκλωβίζεται σε μια επιθυμία του Αλλου, κληρονομημένη από την οικογενειακή ιστορία. Καλλιεργεί επειδή καλλιεργούσαν οι προηγούμενοι. Η ερώτηση «τι θέλω εγώ;» σπάνια αρθρώνεται καθαρά καθώς το «έτσι τα βρήκαμε» λειτουργεί ως πατρική επιταγή. Μαζί με τα χωράφια οι νέοι αγρότες κληρονομούν ανεκπλήρωτες επιθυμίες, σιωπές, απωθήσεις. Η αγροτική ταυτότητα συγκροτείται εντός ενός ισχυρού συμβολικού πλαισίου, όπου η παράδοση, η οικογένεια και η κοινότητα λειτουργούν ως φορείς του Νόμου. Σε λακανικούς όρους, η πατρική λειτουργία οργανώνει το πεδίο του επιτρεπτού και του απαγορευμένου: «η γη δεν εγκαταλείπεται», «η καλλιέργεια συνεχίζεται». Η απόκλιση από τον Νόμο συχνά συνοδεύεται από άγχος και ενοχή.

Η αγροτική εργασία δομείται από έναν κυκλικό χρόνο -εποχές, σπορά, αναμονή, συγκομιδή-, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τον γραμμικό και επιταχυνόμενο χρόνο της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, αυτή η επαναληπτικότητα μπορεί να ιδωθεί ως μορφή επαναληπτικού καταναγκασμού, ως δομικό στοιχείο υποκειμενικής οργάνωσης. Η επανάληψη της σποράς και της συγκομιδής περιορίζει τη δυνατότητα επανεγγραφής της επιθυμίας, με αποτέλεσμα το αγροτικό υποκείμενο να μην επιθυμεί απαραίτητα αυτό που κάνει και να είναι πιο επιρρεπές στη διαφθορά, με τις κρατικές ευλογίες. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε τις συστημικές παθογένειες τόσο των αγροτικών επιδοτήσεων στη χώρα μας όσο και εν γένει της αγροτικής πολιτικής.

Την ίδια στιγμή η είσοδος της τεχνολογίας, της αγοράς και των επιδοτήσεων εισάγει ένα νέο πραγματικό που δεν ενσωματώνεται εύκολα στο παλιό συμβολικό πλαίσιο. Ο αγρότης μετατρέπεται σε «διαχειριστή», «δικαιούχο», «επιχειρηματία». Αυτή η μετάβαση συχνά προκαλεί μια κρίση ταυτότητας. Αυτό το κενό παράγει μορφές υποκειμενικής αποδιοργάνωσης: άγχος και αίσθημα ματαίωσης. Το υποκείμενο καλείται να αρθρώσει τον εαυτό του μέσα από λόγους τεχνοκρατικούς που δεν έχουν εσωτερικευθεί ψυχικά, να μιλήσει μια ξένη γλώσσα -ψηφιακή και γραφειοκρατική- χωρίς να έχει εγκαταλείψει την παλιά.

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών δεν μπορούν συνεπώς να ερμηνευτούν μόνο μέσα από οικονομικές αναλύσεις. Η κοινωνική ανθρωπολογία και η κοινωνική θεωρία μάς επιτρέπουν να τις δούμε ως πολυδιάστατα κοινωνικά φαινόμενα, όπου διασταυρώνονται υλικές συνθήκες, πολιτισμικές αξίες, ταυτότητες και σχέσεις εξουσίας. Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι αγροτικές κινητοποιήσεις αναδεικνύονται όχι μόνο ως μορφές διαμαρτυρίας, αλλά ως κρίσιμες στιγμές κοινωνικού αναστοχασμού για το μέλλον της αγροτικής ζωής.

Ο αγρότης παύει συνεπώς να είναι παθητικός αποδέκτης μιας αγροτικής πολιτικής με διαχρονική κακοδιαχείριση, χωρίς διαφάνεια και έλεγχο, με αδικίες εις βάρος μιας μερίδας αγροτών και με σπατάλη δημόσιων πόρων προς όφελος άλλων. Η κινητοποίηση των αγροτών στο πλαίσιο ενός κοινού αγώνα ενάντια σε προτεινόμενες εμπορικές συμφωνίες, ειδικά την EU-Mercosur, ελεύθερη ζώνη εμπορίου, αποτελεί μια συλλογική προσπάθεια αμφισβήτησης δομών εξουσίας εντός ενός πλαισίου νεοφιλελεύθερων πολιτικών, διεθνούς εμπορίου και λιτότητας. Οι αγρότες αντιτίθενται σε διεθνή εμπορικά μοντέλα που υποτιμούν την εργασία και προωθούν φτηνά εισαγόμενα αγαθά. Συγκρούονται με νέες μορφές κρατικής ρύθμισης, αγορών και τεχνοκρατικών πολιτικών, όπως η Κοινή Αγροτική Πολιτική, και οι συμφωνίες εγείρουν ερωτήματα αναφορικά με την ανισότητα στην παγκόσμια οικονομία και τη διανομή πόρων. Σε τι όμως πραγματικά εξεγείρονται; Μήπως ενάντια ακόμα και στον ίδιο τους τον φαντασιακό εαυτό;

Το βέβαιο είναι πως το αγροτικό υποκείμενο καλείται να μετατοπιστεί ψυχικά, κοινωνικά και πολιτικά καθώς συμμετέχει και το ίδιο στη συγγραφή της ιστορίας του. Η κατανόηση δε της ψυχικής αγροτικής οικονομίας από όλους τους αρμόδιους φορείς μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση πολιτικών και παρεμβάσεων, αποφεύγοντας εργαλειακές προσεγγίσεις και τη διαιώνιση των παθογενειών στο σύστημα των αγροτικών επιδοτήσεων που υπονομεύουν την αποτελεσματικότητά του και αλλοιώνουν τον αναπτυξιακό του ρόλο.