ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τις εκδόσεις «Ασίνη» κυκλοφορεί το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της Ορσαλίας-Ελένης Κασσαβέτη: «Ταχύτητα και Αγάπη: ο νέος εμπορικός κινηματογράφος της δεκαετίας του 1980» (σελ. 314). Το βιβλίο εξετάζει διεξοδικά την ιστορία του «Νέου Εμπορικού Κινηματογράφου» (ΝΕΚ), που ξεκίνησε στις αρχές του 1980, γνώρισε άνθηση για τουλάχιστον μια πενταετία και σταδιακά παράκμασε, κυρίως λόγω της έλευσης της βιντεοκασέτας. Η μελέτη δεν προσεγγίζει τις ταινίες μέσα από μια αισθητική ανάλυση, αλλά επιδιώκει να αναδείξει τα αίτια της ανόδου και της πτώσης του ΝΕΚ και κυρίως να καταδείξει την αξία αυτών των ταινιών ως φορέων της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας του ’80 και πως αυτή αποτυπώθηκε κινηματογραφικά.

Η Κασσαβέτη, κάτοχος μεταπτυχιακού στις Πολιτιστικές Σπουδές από το Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ (ΕΚΠΑ) καθώς και στη Λαογραφία και τον Πολιτισμό, είναι καθηγήτρια-σύμβουλος στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και ερευνήτρια τεκμηρίωσης στο έργο Fimography.gr (του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης). Εχει μελετήσει εκτενώς τον εμπορικό κινηματογράφο και τη βιντεοκουλτούρα της δεκαετίας του ’80 έχοντας συγγράψει ένα ακόμα βιβλίο που κυκλοφορεί από τις ίδιες εκδόσεις: «Η Ελληνική Βιντεοταινία (1985–1990): Ειδολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις» (370 σελ.).

Στο νέο βιβλίο, η έρευνά της – πλαισιωμένη από πλήθος σημειώσεων και με πληροφορίες αντλημένες από εφημερίδες, διαφημίσεις, περιοδικά, ακόμη και από τα πρακτικά της Βουλής της δεκαετίας του ’80 – συνδυάζεται με την αναλυτική παρουσίαση κάθε ταινίας. Το βιβλίο περιέχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό, προερχόμενο κυρίως από το αρχείο του Βασίλη Σκαράκη, φωτογράφου κινηματογραφικών πλατό σε πολλές ταινίες της εποχής και σκηνοθέτη του «Λόρδαν ο Βάρβαρος (1987)», παρωδία του «Κόναν ο Βάρβαρος» (σκην. Τζον Μίλιους, 1982). Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων, μαζί με τον διαχωρισμό και την ανάλυση των ειδών και των θεματικών του ΝΕΚ, συνθέτουν μια σφαιρική εικόνα και μεταφέρουν στον αναγνώστη τον παλμό της εποχής και το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της δεκαετίας του ’80, από το οποίο ο ΝΕΚ άντλησε τις θεματικές του.

Στην εισαγωγή, η Κασσαβέτη αναλύει το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε και διαμορφώθηκε ο ΝΕΚ, δείχνοντας πως ακολούθησε σε κάποιο βαθμό τα χνάρια του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου (ΠΕΚ). Με τη Μεταπολίτευση να αλλάζει το κοινωνικό τοπίο και τη Φίνος Φιλμ να διαλύεται το 1977, οι Ελληνες δημιουργοί αναζήτησαν νέους τρόπους έκφρασης. Ο ΝΕΚ αποτέλεσε μια προσπάθεια ανανέωσης του εμπορικού κινηματογράφου και ταυτόχρονα μια προσπάθεια να επιστρέψει ξανά το κοινό στις κινηματογραφικές αίθουσες. Μέσα από είδη όπως η κωμωδία ή το δράμα, επιχείρησε να σατιρίσει ή να σχολιάσει τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής, διατηρώντας επαφή και με τον ΠΕΚ, στον βαθμό που πολλοί γνωστοί ηθοποιοί (όπως οι Νίκος Ρίζος, Ρένα Βλαχοπούλου, Κώστας Βουτσάς, Ντίνος Ηλιόπουλος) και σκηνοθέτες (Γιάννης Δαλιανίδης, Νίκος Φώσκολος, Ντίμης Δαδήρας) συνέχισαν τη δημιουργική τους πορεία στον ΝΕΚ.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν εξετάζονται αναλυτικά τα είδη και οι θεματικές, μέσα από χαρακτηριστικές ταινίες της εποχής. Από την κωμωδία έως το μιούζικαλ – το οποίο δεν κατόρθωσε να ανακτήσει τη δημοφιλία των προηγούμενων δεκαετιών, παρά την ανανέωση που επιχείρησε ο Γιάννης Δαλιανίδης («Οταν οι ρόδες χορεύουν», 1984), το δράμα, το θρίλερ («Ο γύρος του θανάτου», σκην. Ερρίκος Θαλασσινός, 1983), μέχρι και την περιπέτεια («Τα καθάρματα», σκην. Αλέξανδρος Διαμαντής, 1985).

Τεράστιο ενδιαφέρον έχει το κεφάλαιο το οποίο η Κασσαβέτη βαφτίζει «Οι Κλειστές Θεματικές του Νέου Εμπορικού Κινηματογράφου και Κινηματογραφικοί κύκλοι για όλα τα γούστα». Εκεί αναλύει θεματικές που «αποτελούν ένα σύνολο συγκροτημένων αφηγήσεων γύρω από τυποποιημένους χαρακτήρες με εξίσου προδιαγεγραμμένες δράσεις» σε ταινίες οι οποίες ασχολήθηκαν με μαθητές Λυκείου («Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», σκην. Ομηρος Ευστρατιάδης, 1982, σε σενάριο του πολυγραφότατου Γιάννη Σκλάβου), τους ιερείς, τους Πόντιους («Οι Πόντιοι», σκην. Ο. Ευστρατιάδης, 1986), τους ένστολους, τους ιδιωτικούς ντετέκτιβ, τους Ρομά (με τον Μιχάλη Μόσιο να είναι η πιο χαρακτηριστική φιγούρα ενσαρκώνοντας τον Ταμτάκο), τους επαρχιώτες και τους νεαρούς παραβάτες-στον λεγόμενο «κύκλο της αλητείας».

Οι κωμωδίες

Οι κωμικές ταινίες παραμένουν έως σήμερα οι πιο αναγνωρίσιμες, καθώς έχουν αποτυπωθεί στη μνήμη του κοινού είτε μέσα από τις συνεχείς επαναλήψεις στην ιδιωτική τηλεόραση, είτε μέσω της διάδοσής τους στο διαδίκτυο – συχνά όχι ως ολοκληρωμένα έργα, αλλά αποσπασματικά, μέσα από χαρακτηριστικές σκηνές και ατάκες που έχουν πλέον καθιερωθεί στη συλλογική μνήμη του κοινού. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το «Κούλα, με ακούς; Πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος» από την ταινία του Γ. Δαλιανίδη «Βασικά… Καλησπέρα σας» (1982). Μέχρι και σήμερα κάποιες από αυτές θεωρούνται cult και εξακολουθούν να έχουν ένα φανατικό κοινό όπως συμβαίνει στη περίπτωση του «The ΚΟΠΑΝΟΙ» (σκην. Γιώργος Κωνσταντίνου, 1987). Πρόσφατα μάλιστα κυκλοφόρησε και ένα κόμικ εμπνευσμένο από την ταινία («The Κόπανοι», εκδ. Nerdula Creative Lab, σκίτσο: Γιάννης Ρουμπούλιας σενάριο: Χάρης Γιουλάτος).

Η κωμωδία υπήρξε το πιο παραγωγικό και δημοφιλές είδος του ΝΕΚ, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον πολλών σκηνοθετών. Αυτοί που ξεχώρισαν ήταν κυρίως ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Ντίμης Δαδήρας και ο Ομηρος Ευστρατιάδης, ο οποίος, όπως σημειώνει η συγγραφέας, υπήρξε ο πιο παραγωγικός σκηνοθέτης της δεκαετίας. Σημαντική ήταν και η συμβολή του παραγωγού Γιώργου Καραγιάννη, με πολλές πετυχημένες παραγωγές εκείνη την εποχή και μια πολύ πετυχημένη καριέρα αργότερα στις τηλεοπτικές παραγωγές, όταν ίδρυσε τα στούντιο ΚΑΠΑ. Από την κωμωδία αναδείχθηκαν τα μεγαλύτερα αστέρια της εποχής, που συνέχισαν την πορεία τους στις βιντεοταινίες, στη τηλεόραση και το θέατρο: Στάθης Ψάλτης, Πάνος Μιχαλόπουλος, Σταμάτης Γαρδέλης, Βίνα Ασίκη, Καίτη Φίνου, Διονύσης Ξανθός και τα αδέλφια Στηβ και Τέτα Ντούζου.

Οι κωμωδίες επιχείρησαν άλλοτε με λεπτό χιούμορ αλλά συχνότερα μέσα από χοντροκομμένα αστεία να σατιρίσουν κυρίως την πολιτική του ΠΑΣΟΚ ή τα κακώς κείμενα του Δημοσίου, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προχωρήσουν σε μια ενδοσκοπική κριτική της ελληνικής νοοτροπίας και την ανάγκη του Ελληνα για «success story». Η σάτιρά τους παρόλα αυτά υπήρξε συχνά συντηρητική και ώς ένα βαθμό διδακτική. Επιπλέον όσο έφθινε η προσέλευση του κοινού στα σινεμά, οι κωμωδίες κατέφευγαν σε ευκολοχώνευτα σενάρια, με επαναλήψεις που βασίζονταν περισσότερο στο σοκ μέσω γυμνού, σεξουαλικών αστείων ή βωμολοχιών παρά σε μια έξυπνη ατάκα ή ιδέα.

Εξαίρεση σε αυτό αποτελεί ο Χάρρυ Κλυνν που ανέδειξε μια επιθεωρησιακή, πολιτική κωμωδία, βασισμένος σε έξυπνα, καλογραμμένα σενάρια και μια δική του αισθητική. Ετσι κατάφερε να κάνει πολιτική σάτιρα στηλιτεύοντας τις παθογένειες της Μεταπολίτευσης. Ισως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της ικανότητάς του είναι η ταινία «Αλαλούμ» (1982), μια σπονδυλωτή ταινία σε παραγωγή της Greca Film του Μιχάλη Λεφάκη, ενός ακόμα σημαντικού παραγωγού εκείνης της περιόδου.

Ναρκωτικά και παραβατικότητα

Μετά την κωμωδία, πόλος έλξης για τους δημιουργούς υπήρξε και το δράμα. Εκεί οι περισσότεροι σκηνοθέτες ασχολήθηκαν με τα προβλήματα της τότε κοινωνίας και εστίασαν κυρίως στην έξαρση των ναρκωτικών, την άνοδο της νεανικής παραβατικότητας, τη διαφθορά της εξουσίας και την οπαδική βία.

Ο Νίκος Φώσκολος με ταινίες όπως η «Θύρα 7 – Η μεγάλη στιγμή» (1983) ή τα «Αγρια Νιάτα» (1982), ασχολήθηκε με τον χουλιγκανισμό και τις αγωνίες και τους προβληματισμούς των νέων της εποχής ενώ χαρακτηριστικές είναι και οι ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη: «Η στροφή» (1982) και «Τα Τσακάλια» (1981). Είναι ταινίες που οδηγούνται σε καταγγελία για την υποχώρηση των ηθών και τη διαφθορά των νέων μέσα από σεναριακές υπερβολές και μελόδραμα, αναδεικνύοντας όντως συγκεκριμένες πτυχές των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά μέσα από μια στερεοτυπική και συντηρητική ματιά.

Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα αποτελεί και η τελευταία ταινία του Ντίμη Δαδήρα πριν από τον θάνατό του, «Φυλακές Ανηλίκων» (1982), σε σενάριο του Γιώργου Μυλωνά, που είχε «υπογράψει» πολλά σενάρια της εποχής. Η ταινία προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα κοινωνικό δράμα που όμως, καθώς δεν αποτίναζε πλήρως τα κωμικά στοιχεία και σε συνδυασμό αυτού με τον μελοδραματισμό, μετασχηματίστηκε τελικά περισσότερο σε παρωδία των όσων σοβαρών θεμάτων έθιγε.

Μια κοινωνία που αλλάζει

Ο ΝΕΚ προσπάθησε, κυρίως μέσω της σάτιρας και της παρωδίας, να αναστοχαστεί πάνω στις κοινωνικές αλλαγές που έφερε η εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου: ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της χώρας, η είσοδος στην ΕΟΚ και οι ραγδαίες μεταβολές μιας κοινωνίας που σταδιακά «αγκάλιαζε» πιο προοδευτικές αντιλήψεις και δεχόταν ολοένα και περισσότερες επιρροές από το εξωτερικό. Ενώ ήρθε σε ρήξη αρκετές φορές με όλες τις μορφές της εξουσίας επικρίνοντας την κρατική βία ή ασκώντας κριτική στην Εκκλησία (πολύ ενδιαφέρον το κεφάλαιο «Οι ιερείς: ο παπα-Ακάκιος, ο παπα-Ησύχιος και οι κόντρες τους», όπου η Κασσαβέτη παρουσιάζει πλούσιο ερευνητικό υλικό εκείνης της περιόδου για τις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους).

Παρ’ όλα αυτά ο ΝΕΚ ήταν ένα καθαρά εμπορικό φαινόμενο και είχε πρωταρχικό στόχο το κέρδος. Τα σενάριά του ακολουθούσαν συνήθως πεπατημένες φόρμες, χάνοντας με το καιρό την πρωτοτυπία τους ενώ οι ταινίες συχνά προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν δημοφιλείς τάσεις ή ξένες ιδέες, όπως π.χ. συνέβη με την κωμωδία «Ο ιππότης της λακούβας» (Ομηρος Ευστρατιάδης, 1985),η οποία ήταν εμπνευσμένη από την πολύ δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Ο ιππότης της ασφάλτου» («Knight Rider», 1982-1986).

Το βιβλίο της Κασσαβέτη αποτελεί μια ενδελεχή έρευνα του ΝΕΚ, η οποία διακλαδώνεται και εκτείνεται σε πολλές πτυχές του, άγνωστες στο ευρύ κοινό. Η ίδια τονίζει το πόσο σημαντική είναι η ύπαρξή του στην ελληνική κινηματογραφική ιστορία. Ο νέος εμπορικός κινηματογράφος συνδέεται στενά με την κοινωνικοπολιτική ζωή της χώρας και, παρά τις υπερβολές και τις στρεβλώσεις, λειτουργεί ως ένα σημαντικό ιστορικό τεκμήριο της εποχής.

Οπως σημειώνει η Κασσαβέτη: «η εθνογραφικότητα των εμπορικών φιλμ είναι το αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημά τους», καθώς αποτυπώνουν μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια: τα ρούχα, οι χώροι (ντισκοτέκ, λούνα παρκ), τα μικρομάγαζα διασώζονται μέσα από αυτές τις ταινίες ενώ οι κοινωνικές συμβάσεις, η αμερικανοποίηση, ο καταναλωτισμός, η ψεύτικη ευμάρεια, ο σεξισμός και τα έμφυλα στερεότυπα αποτυπώνονται μέσα από τις ταινίες συνθέτοντας το κοινωνικό πορτρέτο της δεκαετίας του ’80.