Η συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2026 συνοδεύτηκε, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, από εκτενείς αναφορές για «ανάπτυξη», «σταθερότητα» και «επιστροφή στην κανονικότητα». Σε άρθρο μου πριν από περίπου έναν μήνα («Προϋπολογισμός 2026: ανάπτυξη βιτρίνας, σχολεία σε εγκατάλειψη»), υποστήριξα ότι πίσω από το αισιόδοξο αφήγημα της κυβέρνησης αποτυπώνεται μια σταθερή πολιτική υποβάθμισης της δημόσιας παιδείας. Η δημοσιοποίηση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού (ΠΔΠ) 2026-2029 (ΠΔΠ 2026-2029) δεν αναιρεί αυτή την εκτίμηση. Την επιβεβαιώνει και, πλέον, την καθιστά δεσμευτική.
Αυτό που στον προϋπολογισμό του 2026 φαινόταν ως πρώτη ένδειξη, με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029 μετατρέπεται σε επίσημο και δεσμευτικό σχεδιασμό για την επόμενη τετραετία.
Ο ΠΔΠ, που παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο στα τέλη Νοεμβρίου και θεσμοθετήθηκε με τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ τον Δεκέμβριο του 2025, καθορίζει τα ανώτατα όρια δαπανών για κάθε υπουργείο. Δεν πρόκειται για τεχνική άσκηση, αλλά για τον βασικό δημοσιονομικό χάρτη της επόμενης τετραετίας. Σε αυτόν τον χάρτη, η παιδεία καταγράφεται με σαφή και διαρκή καθοδική πορεία.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το ανώτατο όριο δαπανών του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού μειώνεται σταθερά, την ίδια στιγμή που το ΑΕΠ της χώρας προβλέπεται να αυξάνεται. Τα βασικά μεγέθη συνοψίζονται στον πίνακα.
Σε απόλυτα μεγέθη, η παιδεία θα χάσει σχεδόν 700 εκατ. ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια. Σε σχετικούς όρους, υποχωρεί κατά περίπου 0,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η οικονομία, σύμφωνα με τις κυβερνητικές προβλέψεις, μεγεθύνεται. Η δημόσια εκπαίδευση, με βάση τον ίδιο σχεδιασμό, συρρικνώνεται.
Εδώ αποκαλύπτεται ο πυρήνας της αντίφασης που είχε ήδη αναδειχθεί στο προηγούμενο άρθρο μου. Η ανάπτυξη προβάλλεται ως κεντρικό πολιτικό αφήγημα, αλλά δεν μεταφράζεται σε ενίσχυση των κοινωνικών λειτουργιών του κράτους. Αντίθετα, ο ίδιος ο πολυετής σχεδιασμός προβλέπει μείωση των συνολικών κρατικών δαπανών ως ποσοστού του ΑΕΠ, από 25,35% το 2025 σε 20,74% το 2029. Η παιδεία δεν εξαιρείται από αυτή τη στρατηγική αλλά εντάσσεται πλήρως σε αυτήν.
Η συρρίκνωση αποτυπώνεται και στη διάρθρωση των δαπανών. Οι παροχές σε εργαζομένους, δηλαδή η μισθοδοσία εκπαιδευτικών και λοιπού προσωπικού, μειώνονται αισθητά στην τετραετία. Τα λειτουργικά έξοδα περιορίζονται περαιτέρω, με άμεσες τραγικές συνέπειες στη λειτουργία σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών δομών. Μειώνονται έντονα τα χρήματα που δίνει το κράτος σε πανεπιστήμια, εκπαιδευτικούς φορείς και φοιτητές, κυρίως επειδή μετά το 2026 σταματούν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης χωρίς να αντικαθίστανται από εθνική χρηματοδότηση.
Για λόγους ακρίβειας πρέπει να σημειωθεί ότι μέρος του κόστους των νέων προσλήψεων εκπαιδευτικών δεν εγγράφεται στο ανώτατο όριο δαπανών του υπουργείου Παιδείας, αλλά μεταφέρεται σε γενικές κρατικές πιστώσεις, οι οποίες όμως δεν αποτελούν μόνιμο και δεσμευμένο προϋπολογισμό της παιδείας. Αυτό δεν αναιρεί το βασικό δεδομένο: το θεσμοθετημένο ανώτατο όριο δαπανών του υπουργείου Παιδείας μειώνεται στον πολυετή σχεδιασμό.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η αύξηση του ΑΕΠ συνυπάρχει με τη θεσμοθετημένη υποχώρηση της δημόσιας Παιδείας. Οι ανάγκες για μικρότερα σχολικά τμήματα, για πραγματική στήριξη της ειδικής αγωγής, για αναβάθμιση των υποδομών και αξιοπρεπείς αμοιβές των εκπαιδευτικών δεν αποτελούν δημοσιονομική προτεραιότητα. Και όταν οι έκτακτοι ευρωπαϊκοί πόροι εκλείψουν, το κενό δεν καλύπτεται.
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό ούτε επικοινωνιακό. Είναι πολιτικό και αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του δημοσιονομικού σχεδιασμού. Με τον ΠΔΠ 2026-2029 η δημόσια παιδεία μπαίνει σε θεσμοθετημένη τροχιά περαιτέρω υποχώρησης. Και αυτό, σε μια περίοδο αύξησης του ΑΕΠ είναι επιλογή.
* Εκπαιδευτικός, στατιστικός
