Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Κυριάκου Πιερρακάκη για την προεδρία του Eurogroup δεν είναι μια ουδέτερη, τεχνική ή διοικητική επιλογή. Αντίθετα, αποτελεί μια κίνηση που αποτυπώνει ξεκάθαρα τη στρατηγική του Μητσοτάκη τόσο εντός της χώρας όσο και στο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η υποψηφιότητα έχει λάβει επίσημη επιβεβαίωση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο ανακοίνωσε ότι ο Πιερρακάκης είναι ένας από τους δύο συνολικούς υποψηφίους, με την εκλογή να έχει οριστεί για τις 11 Δεκεμβρίου.
Η επιλογή αυτή φανερώνει την πρόθεση της κυβέρνησης να διαμορφώσει μια νέα «κεντρώα» ηγεμονία—ένα Κέντρο που λειτουργεί περισσότερο ως πολιτική βιτρίνα στην πιο δεξιά μετατόπιση της μεταπολίτευσης. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει τις διεργασίες μεταξύ της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας και ανοίγει ερωτήματα για την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.
Η υποψηφιότητα Πιερρακάκη δεν αποτελεί προσωπικό στοίχημα ενός υπουργού, αλλά κρίκο σε ένα ευρύτερο σχέδιο συγκεντροποίησης εξουσίας, στο οποίο ο Μητσοτάκης επιδιώκει να τοποθετεί πρόσωπα απολύτως ελεγχόμενα σε ευρωπαϊκές θέσεις-κλειδιά, ώστε η οικονομική ατζέντα της χώρας να διαμορφώνεται όχι από θεσμούς αλλά από το δίκτυο επιρροής του.
Πριν από τη μετακίνησή του στη Νέα Δημοκρατία, ο Πιερρακάκης υπήρξε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στελέχη του εκσυγχρονιστικού Κέντρου εντός του ΠΑΣΟΚ. Η προσχώρησή του στη ΝΔ το 2019 αποτέλεσε την πρώτη πράξη μιας στρατηγικής που ο Μητσοτάκης ακολούθησε με συνέπεια: την απορρόφηση του μεταρρυθμιστικού χώρου του Κέντρου, ο οποίος πολύ πριν την κρίση του 2010 είχε χάσει κάθε συνοχή, αυτοπεποίθηση και πολιτική ταυτότητα. Από τον Φλωρίδη και τον Χρυσοχοΐδη μέχρι τον Σκέρτσο και τη Μενδώνη, η ΝΔ ΄΄δανείστηκε΄΄ στελέχη, λόγο και ολόκληρη θεματολογία από αυτόν τον χώρο. Ο Πιερρακάκης, με τεχνοκρατική εικόνα και αύρα αξιοπιστίας στα δύσκολα μνημονιακά χρόνια, υπήρξε το κατάλληλο πρόσωπο για να συμβολίσει αυτή τη μετεξέλιξη της ΝΔ σε έναν χώρο που αυτοχαρακτηρίζεται «κεντρώος», αλλά πολιτεύεται με τις πιο σκληρές δεξιές συντεταγμένες.
Η προεδρία του Eurogroup, την οποία σήμερα διεκδικεί, δεν έχει τίποτα το τεχνικό. Το Eurogroup, άτυπο και αδιαφανές αλλά εξαιρετικά ισχυρό, είναι το όργανο που διαμόρφωσε την ευρωπαϊκή οικονομική πραγματικότητα και σε τεράστιο βαθμό τη ζωή στην Ελλάδα. Από τα μνημόνια μέχρι τους κανόνες πλεονασμάτων, από τις «μεταρρυθμίσεις» που επιβλήθηκαν ως όροι χρηματοδότησης μέχρι τα περιθώρια ευελιξίας κάθε χώρας, το Eurogroup υπήρξε το κέντρο λήψης αποφάσεων για όλα όσα καθόρισαν τη δεκαετία της κρίσης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος δεν είναι απλός συντονιστής, καθορίζει το πλαίσιο και το ύφος των συζητήσεων, θέτει τις προτεραιότητες και διαμορφώνει την ατζέντα των συνεδριάσεων. Χωρίς βέβαια να μπορεί να αλλάξει τους κανόνες που δεσμεύουν όλα τα κράτη. Η επιρροή του περιορίζεται στον τρόπο που διεξάγεται η συζήτηση — όχι στο περιεχόμενο της οικονομικής πολιτικής, η οποία παραμένει συλλογική και αυστηρά καθορισμένη από την Κομισιόν, τον ESM και τους δημοσιονομικούς κανόνες. Γιατί λοιπόν ο Μητσοτάκης επιθυμεί να τοποθετήσει έναν δικό του άνθρωπο σε αυτήν τη θέση; Πρώτον, επειδή η Ελλάδα εισέρχεται σε περίοδο αυστηρής δημοσιονομικής επιτήρησης. Μετά τα χρόνια της χαλάρωσης λόγω πανδημίας, επανέρχονται οι κανόνες για ελλείμματα και χρέος, την ώρα που η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη επιβραδύνεται, οι επενδύσεις πιέζονται και τα πλεονάσματα ξαναγίνονται υποχρέωση.
Ένας Έλληνας στην κορυφή του Eurogroup μπορεί να δώσει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να παρουσιάζει σκληρά μέτρα λιτότητας όχι ως δικές της επιλογές, αλλά ως αναγκαίες ευρωπαϊκές αποφάσεις, εξυπηρετώντας έτσι την πολιτική επιβίωση του πρωθυπουργού. Δεύτερον, επειδή η εικόνα του Μητσοτάκη στην Ευρώπη έχει ραγίσει. Η υπόθεση των υποκλοπών, η συρρίκνωση της ελευθερίας του Τύπου, οι ενστάσεις για το κράτος δικαίου και οι ανησυχίες του Ευρωκοινοβουλίου έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα. Η απομάκρυνση του Θανάση Μπακόλα από τη θέση του γ.γ. του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος υπενθύμισε ότι η κυριαρχία του Μητσοτάκη στον χώρο της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς δεν είναι πλέον δεδομένη.
Η υποψηφιότητα Πιερρακάκη λειτουργεί ως αντιστάθμισμα: μια προσπάθεια να ανακτήσει χαμένο έδαφος όχι με πολιτικές ιδέες, αλλά με την τοποθέτηση προσώπων που του οφείλουν την πολιτική τους προώθηση.
Η δημόσια στήριξη από τον Manfred Weber επιβεβαιώνει ότι το ΕΛΚ επενδύει ανοιχτά στην υποψηφιότητά του, αναζητώντας πρόσωπα ΄΄κεντρώας αξιοπιστίας΄΄ που δεν θα αμφισβητήσουν την αυστηρή ευρωπαϊκή γραμμή. Τρίτον, η υποψηφιότητα αυτή εξυπηρετεί και το ίδιο το ΕΛΚ, το οποίο τα τελευταία χρόνια μεταμορφώνεται ιδεολογικά και συμμαχικά. Χρειάζεται έναν πρόεδρο του Eurogroup που να μπορεί να γίνει αποδεκτός από μια διάσπαρτη πλειοψηφία υπουργών Οικονομικών. Η προέλευση του Πιερρακάκη από το μεταρρυθμιστικό Κέντρο, με το προσεκτικά αποστειρωμένο τεχνοκρατικό προφίλ του, που δεν προκαλεί αντιθέσεις ούτε αμφισβητεί τις κυρίαρχες οικονομικές παραδοχές και η τεχνοκρατική του εικόνα τον καθιστούν ελκυστικό στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Με κυβερνήσεις που αποφεύγουν οποιαδήποτε πολιτική σύγκρουση με τις αγορές και την ευρωπαϊκή δημοσιονομική ορθοδοξία, αναζητώντας πρόσωπα απολύτως προβλέψιμα και ΄΄ασφαλή΄΄ και δεν προτίθενται να αμφισβητήσουν τις νεοφιλελεύθερες επιλογές των Βρυξελλών. Η σοσιαλδημοκρατία, αδύναμη και χωρίς εναλλακτικό οικονομικό σχέδιο, απλώς ακολουθεί. Όμως το ζήτημα δεν είναι οι ισορροπίες των ευρωπαϊκών κομμάτων, αλλά το τι σημαίνει αυτή η υποψηφιότητα για τον ελληνικό λαό. Η εμπειρία της δεκαετίας του 2010 απέδειξε ότι όταν η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική καθορίζεται από τεχνοκρατικά δόγματα πειθαρχίας, το κόστος μεταφέρεται πάντα στους ίδιους: στους εργαζόμενους, στους μικρομεσαίους, στους νέους, στους άνεργους.
Η παρουσία ενός Έλληνα στην κορυφή του Eurogroup δεν θα μεταβάλλει ούτε το πλαίσιο ούτε τους στόχους της ευρωπαϊκής οικονομικής γραμμής. Το Eurogroup δεν θα γίνει πιο φιλικό στην κοινωνία επειδή ο πρόεδρός του θα μιλά ελληνικά. Αντίθετα, η κυβέρνηση θα έχει ένα ακόμη επιχείρημα για να δικαιολογεί περικοπές, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και μεταρρυθμίσεις που εξυπηρετούν τις αγορές. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πιερρακάκης έχει ήδη αποστείλει στους ομολόγους του μια επιστολή – μανιφέστο που προτάσσει τη δημοσιονομική πειθαρχία, την ενιαία οικονομική στρατηγική και την προώθηση του ψηφιακού ευρώ — μια ατζέντα απολύτως ευθυγραμμισμένη με το τεχνοκρατικό υπόδειγμα των Βρυξελλών.
Πρόκειται για κείμενο σε καθαρά νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση: ενισχύει ένα ήδη αδιαφανές Eurogroup, υποβαθμίζει τη δημοκρατική λογοδοσία και προτάσσει τις ανάγκες των αγορών έναντι των κοινωνικών αναγκών. Στην πράξη, αποτελεί συνέχεια της μεταμνημονιακής ορθοδοξίας: περισσότερη τεχνοκρατία, λιγότερη πολιτική ελευθερία για τα κράτη–μέλη και ακόμη πιο περιορισμένος χώρος για κοινωνικά διορθωτικές πολιτικές. Η υποψηφιότητα Πιερρακάκη αποκαλύπτει ότι η Ευρωζώνη συνεχίζει να αναπαράγει τις ίδιες συνταγές που οδήγησαν σε στασιμότητα και ανισότητες: δημοσιονομική συρρίκνωση, αυστηρούς στόχους πλεονασμάτων, μόνιμη πίεση για μεταρρυθμίσεις που αποδυναμώνουν το κοινωνικό κράτος και διαρκή υποβάθμιση της πολιτικής λογοδοσίας.
Δεν έχει λοιπόν σημασία αν η Ελλάδα θα «κερδίσει» την προεδρία του Eurogroup, αλλά ότι η πολιτική την οποία συμβολίζει αυτή η υποψηφιότητα είναι η ίδια πολιτική που συνέθλιψε και συνεχίζει να συνθλίβει τη μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας. Η υποψηφιότητα Πιερρακάκη δεν προμηνύει τίποτα άλλο πέρα από τη συνέχιση της λιτότητας, καλυμμένη με το χαμόγελο ενός τεχνοκράτη και τη σφραγίδα μιας κυβέρνησης που δεν διστάζει να χρησιμοποιεί τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ως προέκταση του προσωπικού σχεδίου εξουσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.
*Εκπαιδευτικός, πρώην Διευθύνων Σύμβουλος του ΙΝΕΔΙΒΙΜ
