ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η λογοτεχνία πολλές φορές δεν είναι το πλέον κατάλληλο εργαλείο για να αναλύσει κάποιος πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά γεγονότα και τις συνέπειές τους στον χρόνο. Πόσο μάλλον τα παραμύθια. Ωστόσο, χρησιμοποιήθηκαν και οι μύθοι, αλλά και τα παραμύθια – και δεν έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούνται. Πολλές φορές επιτυχώς.

Στη δεκαετία του 1960 στις ΗΠΑ αρκετοί οικονομολόγοι -μάλιστα του χρηματοοικονομικού τομέα- βρήκαν αρκετά περιεκτική την ιδέα ενός βέλτιστου αποτελέσματος ή μιας γενικής ισορροπίας,που προέκυπτε από το παραμύθι του Αγγλου ρομαντικού Ρόμπερτ Σάουθι «Η Ιστορία των Τριών Αρκούδων» (Τhe Story of the Three Bears). Γραμμένη το 1837, η αλληγορία ήταν η πρώτη εκδοχή αυτού που, αργότερα, έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα παραμύθια της αγγλικής γλώσσας και παγκοσμίως γνωστό με τον τίτλο «Η Χρυσομαλλούσα και οι Τρεις Αρκούδες» (Goldilocks and the Three Bears).

Η ιδέα της «Οικονομίας της Χρυσομαλλούσας» (Goldilocks Economy) αναδιατυπώθηκε αργότερα, μάλιστα, σε έκθεση της επιθετικής επενδυτικής αμερικανικής τράπεζας Salomon Brothers, τον Μάρτιο του 1992, με τίτλο «The Goldilocks Economy: Keeping the Bears at Bay» (Η Οικονομία της Χρυσομαλλούσας: Κρατώντας τις Αρκούδες σε Απόσταση).

Στην «Οικονομία της Χρυσομαλλούσας» αξιοποιείται ο «κανόνας του τρία»: τρεις καρέκλες, τρία μπολ με χυλό, τρία κρεβάτια και τρεις αρκούδες οι οποίες -με τη σειρά τους- αντιλαμβάνονται ότι κάποιος έχει φάει από τον χυλό τους, έχει κάτσει στις καρέκλες τους κι έχει ξαπλώσει στα κρεβάτια τους. Στο τέλος, παρουσιάζεται η Χρυσομαλλούσα και θεμελιώνει την «αρχή της Χρυσομαλλούσας» (Goldilocks principle). Υστερα από ακολουθία διαδοχικών δοκιμών (τα μπολ με τον χυλό, τις καρέκλες και τα κρεβάτια), έβρισκε κάθε φορά «ακριβώς το σωστό». Η ιδέα ότι ο σωστός δρόμος βρίσκεται στην εύρεση ενός σωστού αποτελέσματος μεταξύ εναλλακτικών είχε εξαιρετική σημασία.

Τελείως συνοπτικά, η «Οικονομία της Χρυσομαλλούσας» είναι μια οικονομία με σταθερή και βιώσιμη ανάπτυξη, δίχως αύξηση των ρυθμών πληθωρισμού. Η οικονομία μεγαλώνει, αλλά όχι υπερβολικά γρήγορα, και η ανάπτυξη θεωρείται υγιής και διατηρήσιμη. Ο χαμηλός και σταθερός πληθωρισμός δείχνει σταθερότητα τιμών και οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις σχεδιάζουν με άνεση: οι μεν να καλύπτουν τις ανάγκες τους με αγαθά και οι δε να προγραμματίζουν τις επενδύσεις τους. Η ανεργία είναι χαμηλή, η εργασία προστατεύεται εκεί που πρέπει και η οικονομία κινείται δίχως μεγάλους κινδύνους υπερθέρμανσης με φούσκες ή σύννεφα ύφεσης. Ο κόσμος δηλώνει ικανοποιημένος από τη ζωή του.

Καλή όντως η αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας των τελευταίων ημερών. Ομως, ποιος από τους κυβερνητικούς πανηγυριστές μπορεί να διαβεβαιώσει τους καταναλωτές για τις αυριανές τιμές των αγαθών ή τους παραγωγούς για το σκέλος του κόστους ενέργειας; Η Γκιλφόιλ ή ο Χατζηδάκης; Είναι εύκολο να δείχνεις «Κοκκινοσκουφίτσες» στο παραμύθι, όπου «για κάθε τι, πάντα φταίει κάποιος άλλος». Αλλά ποιος από τους κυβερνώντες μπορεί να δείξει πώς θα είναι η ζωή στην Ελλάδα σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση (για την οποία εξοπλίζονται) μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας ή σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ (του Τραμπ) και Κίνας.

Βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να πάει στη Χιονάτη. Οχι στην ωραιοποιημένη εκδοχή του Disney, αλλά στην πιο αυθεντική των αδελφών Γκριμ. Μετά το μήλο, η Χιονάτη μένει σε γυάλινο φέρετρο για πολύ καιρό. Και δεν ξυπνάει με το φιλί του πρίγκιπα• ξυπνάει όταν καθώς τη μεταφέρουν οι υπηρέτες του πρίγκιπα, κουνάνε το φέρετρό της και πετάγεται το κομμάτι του δηλητηριασμένου μήλου από τον λαιμό της. Τέλος, στην πιο σκοτεινή σκηνή των Γκριμ, στον γάμο της Χιονάτης, η κακιά μητριά αναγκάζεται να φορέσει πυρωμένα σιδερένια παπούτσια και να χορεύει μέχρι να πέσει νεκρή μπροστά στους καλεσμένους. Η τιμωρία αυτή αποτελεί ίσως το πιο σκληρό μοτίβο της παλιάς τιμωρητικής ευρωπαϊκής λαϊκής παράδοσης – αλλά και το πιο χαρακτηριστικό μοτίβο της τιμωρητικής πολιτικής αντίδρασης: «Καλύτερα το χάος».

Το δάσος στο οποίο βρίσκεται η Χιονάτη είναι σκοτεινό• είναι και λίγο καμένο και τα ζώα του δάσους (ας πούμε σήμερα, η πρωτογενής παραγωγή) βρίσκονται σε οικτρή κατάσταση – όπως και οι άνθρωποι του πρωτογενούς τομέα. Οσο για τους νάνους (βλέπε τα κόμματα της αντιπολίτευσης), ας πούμε ότι χωνεύουν την «κρίση του δάσους» (της ίδιας της κυβέρνησης). Ας υποθέσουμε ότι με τα σημερινά δεδομένα οι νάνοι είναι προετοιμασμένοι να αποδεχθούν τα καπρίτσια της βασίλισσας και μητριάς της Χιονάτης -την ενδεχόμενη, κατά το κοινώς λεγόμενο, τρίτη κυβέρνηση Μητσοτάκη- δίχως να βγάζουν άχνα.

Αλλά τι να πει κανείς όταν η προνεωτερικότητα επιστρέφει τόσο ορμητική; Τόσο παράλογη. «Με κορμό το… Ποιο πρόγραμμα;». Αλλωστε, οι περισσότεροι φοβούνται να μπουν στο δάσος, όπως δεν μπαίνει και η στοιχειώδης σκέψη. Πώς νομίζετε ότι χάνεται το δάσος;