ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τέτοιες μέρες πέρσι, οι Αμερικανοί αγωνιούσαν –και πολλοί, ιδίως οι γυναίκες, φοβόντουσαν– για το τι θα τους έφερνε η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Εναν χρόνο μετά η πραγματικότητα της παγκόσμιας βίας και της ανομίας που έχει καθιερώσει ο πλανητάρχης ξεπερνά ακόμη και τους πιο βαθείς φόβους. Και για τις Αμερικανίδες έχει μετατραπεί σε έναν εφιάλτη οπισθοδρόμησης.

Πίσω από τον μισογυνισμό που εκφράζει προσβάλλοντας τις γυναίκες (μέσα στις τελευταίες δύο εβδομάδες χαρακτήρισε τέσσερις δημοσιογράφους που του έκαναν «δύσκολες» ερωτήσεις «γουρουνίτσα», «άσχημη», «ηλίθια», «φρικτή», «αναξιόπιστη») υπάρχει από την πρώτη του θητεία -και βαθαίνει στη δεύτερη- μια αυταρχική στρατηγική που ξεδιπλώνεται ραγδαία πλήττοντας την ευημερία των γυναικών, όπως αποκαλύπτει έρευνα του ακαδημαϊκού περιοδικού The Conversation.

Θάνατοι μητέρων και παιδιών

Με τις πολιτικές περικοπών στις υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας, ο Τραμπ έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της μητρικής και βρεφικής θνησιμότητας. Μετά την κατάργηση του δικαιώματος άμβλωσης σε ομοσπονδιακό επίπεδο (χάρη στη συντηρητική πλειοψηφία που επέβαλε στο Ανώτατο Δικαστήριο ο Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία), δεκάδες Πολιτείες επέβαλαν είτε πλήρη απαγόρευση εκτρώσεων είτε αυστηρό περιορισμό τους, κλείνοντας κλινικές διακοπής της κύησης και καταργώντας υπηρεσίες σεξουαλικής υγείας.

Αυτό δεν επηρέασε μόνο την πρόσβαση στην άμβλωση αλλά και την προγεννητική και μεταγεννητική φροντίδα, την αντιμετώπιση επιπλοκών στους τοκετούς, την αντισύλληψη, την έγκαιρη διάγνωση καρκίνων, ανάμεσα σε πολλά άλλα. Το Ινστιτούτο Πολιτικής για την Ισότητα των Φύλων αποκαλύπτει πως οι γυναίκες που ζουν σε Πολιτείες όπου απαγορεύεται η άμβλωση έχουν σχεδόν διπλάσια πιθανότητα να πεθάνουν στη διάρκεια του τοκετού από όσες μένουν σε Πολιτείες όπου είναι νόμιμη. Στο Τέξας, τον πρώτο χρόνο μετά την ισχύ της απόλυτης απαγόρευσης, η μητρική θνησιμότητα αυξήθηκε κατά 56%. Αντίστοιχα, οι θάνατοι των παιδιών κάτω του ενός έτους αυξήθηκαν κατά 13%.

Φυλετικές ανισότητες

Οι επιπτώσεις αυτών των απαγορεύσεων, περιορισμών, περικοπών σε υπηρεσίες, αλλά και της άνισης πρόσβασης στην Υγεία είναι πολύ πιο δραματικές για τις μαύρες γυναίκες. Στην περίπτωση, π.χ., του Τέξας, οι πιθανότητες μητρικού θανάτου για τις μαύρες είναι δυόμισι φορές περισσότερες από ό,τι για τις λευκές. Στις δε αγροτικές περιοχές του Νότου, η ανεπαρκής υγειονομική περίθαλψη που επιδεινώνεται από τον δομικό ρατσισμό έχει πλέον αισθητή επίπτωση στο προσδόκιμο ζωής όχι μόνο γενικά του μαύρου πληθυσμού (για τον οποίο όλες οι αναλύσεις δείχνουν πως είναι μικρότερο από του λευκού) αλλά ιδίως των γυναικών. Επί Τραμπ έχει σταματήσει να γεφυρώνεται αυτό το χάσμα όπως γινόταν έως τώρα και πλέον σε αγροτικές κομητείες και πρώην δουλοκτητικές συντηρητικές Πολιτείες, όπου διαιωνίζονται φυλετικές προκαταλήψεις στην υγειονομική περίθαλψη και η έλλειψη ασφάλισης υγείας, το μέσο προσδόκιμο ζωής για τις μαύρες μειώθηκε στα 72,5-74,9 χρόνια, ενώ των λευκών γυναικών παραμένει στα 80 έτη.

Εμφυλη βία

Συγχρόνως έχει επίσης μειωθεί κατά εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια η χρηματοδότηση προγραμμάτων στήριξης και περίθαλψης των θυμάτων βίας και διακίνησης με στόχο τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Η επιλογή της αποχρηματοδότησης αυτών των υπηρεσιών έχει μειώσει δραστικά και την κατάρτιση νέων ιατροδικαστών, νοσηλευτών και άλλων ειδικών που φροντίζουν τα θύματα βιασμών και σεξουαλικής βίας. Και αυτές οι περικοπές συνδυάζονται με αλλαγές που επιδεινώνουν το κανονιστικό πλαίσιο και τις συνθήκες για την εφαρμογή πολιτικών πρόληψης της έμφυλης βίας, όπως γράφει το περιοδικό The New Republic, αναφέροντας ως παράδειγμα τους νέους όρους που έχουν επιβληθεί σε επιχειρήσεις οι οποίες χρηματοδοτούνται με ομοσπονδιακούς πόρους και τους απαγορεύουν να διαθέτουν κονδύλια για οποιοδήποτε πρόγραμμα ασχολείται με τη δομική έμφυλη βία.

Διακρίσεις παντού

Ηδη από την πρώτη θητεία και πολύ πιο συστηματικά στη δεύτερη, όπως σημειώνει έρευνα της Εθνικής Συνεργασίας για τις Γυναίκες και τις Οικογένειες (NPWF), ο Τραμπ έχει καταργήσει προγράμματα που αποσκοπούσαν στην προώθηση της ισότιμης συμμετοχής των φύλων σε κάθε σφαίρα της δημόσιας ζωής. Βασικό εργαλείο ήταν η κατάργηση ή η νέα νοηματοδότηση των ομοσπονδιακών προγραμμάτων ισότητας, όπως συνέβη, π.χ., με την «επανερμηνεία» του Εκτελεστικού Διατάγματος 11246, το οποίο απαιτούσε από τις επιχειρήσεις που αναλάμβαναν ομοσπονδιακές συμβάσεις να εφαρμόζουν προγράμματα θετικής δράσης για τις γυναίκες.

Συνέπεια αυτών των πολιτικών είναι να έχουν σχεδόν εξαλειφθεί οι μηχανισμοί που συνέβαλαν στην πρόσληψη και ισόρροπη εκπροσώπηση γυναικών και μειονοτήτων σε σημαντικούς τομείς, ενώ η κατάργηση των προγραμμάτων υποστήριξης της εναρμόνισης επαγγελματικής και προσωπικής ζωής έχει οδηγήσει εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες εκτός αγοράς εργασίας ή σε πιο επισφαλείς θέσεις, αντιστρέφοντας την πρόοδο που είχε σημειωθεί στην προστασία από τις διακρίσεις στον χώρο εργασίας.

Οι δε περικοπές σε άλλες ζωτικές υπηρεσίες για τον πιο ευάλωτο πληθυσμό έχουν επιδεινώσει σημαντικά τις συνθήκες ζωής των νοικοκυριών με χαμηλό εισόδημα, που στην πλειονότητά τους είναι γυναίκες μόνες ή επικεφαλής νοικοκυριών, όπως συνέβη με την απόφαση του Λευκού Οίκου να καταργηθούν οι κρατικές επιχορηγήσεις σε εταιρείες που διερευνούν διακρίσεις και «κακές» πρακτικές σε ενοίκια και υποθήκες: ολόκληρες κοινότητες έμειναν απροστάτευτες από τις καταχρήσεις ιδιοκτητών και τραπεζών και πολλές φτωχές γυναίκες βρέθηκαν αντιμέτωπες με έξωση.

Πολιτικά δικαιώματα

Ο τυφώνας Τραμπ σαρώνει και τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών. Από την πρώτη στιγμή ανέλαβε πρωτοβουλίες για να επιβάλει αυστηρότερο έλεγχο των νομιμοποιητικών εγγράφων και των μέσων ταυτοποίησης των πολιτών προκειμένου να ψηφίσουν, απειλώντας εκατομμύρια που μπορεί να μη διαθέτουν ταυτότητα ή πιστοποιητικό γέννησης με στέρηση του δικαιώματος ψήφου. Οι νέες γραφειοκρατικές απαιτήσεις, επισημαίνει το Κέντρο Μπρέναν για τη Δικαιοσύνη, έχουν δυσανάλογες συνέπειες για τις γυναίκες, ιδίως για όσες έχουν αλλάξει το επίθετό τους μετά από έναν γάμο ή ένα διαζύγιο, αφού συνήθως δεν έχουν ένα ταυτοποιητικό έγγραφο που να αναφέρει το νέο τους επίθετο. Εκτιμάται πως περίπου 69 εκατομμύρια Αμερικανίδες είναι αντιμέτωπες με αυτή τη συνθήκη.