Οι εκπομπές του πρόωρα χαμένου Πάνου Γεραμάνη στο ελληνικό ραδιόφωνο δεν χρειάζονται συστάσεις. Χιλιάδες οι ακροατές και οι ακροάτισσες εδώ στον τόπο μας, εκεί μακριά στα ξένα, στα καφενεία, στα καράβια και στα μοναχικά δωμάτια. Ο Γεραμάνης με τις απίστευτες γνώσεις του για το λαϊκό τραγούδι, με τη μνήμη που διέθετε σε εποχές που δεν ξέραμε καν τι θα πει «γκουγκλάρω» κι έχω έτοιμη την πληροφορία, ο προσεχτικός και επίμονος ερευνητής Γεραμάνης που διάβαζε άπειρα έντυπα και βιβλία, έκοβε με το ψαλιδάκι και τακτοποιούσε το αρχείο του, συναντούσε ανθρώπους να ακούσει τις ιστορίες τους, και με τη σίγουρη και ανυπόκριτα γοητευτική φωνή του να τα φέρει όλα στα ραδιοκύματα, στα αυτιά μας.
Το βιβλίο έχει ξεκινήσει το ταξίδι του από το καλοκαίρι του 2016· εννέα χρόνια δουλειάς: να απομαγνητοφωνηθεί ένας τεράστιος όγκος υλικού με την παραχώρηση και άδεια της ΕΡΤ Α.Ε. και να μαζευτεί επιπλέον υλικό από προσωπικά αρχεία ακροατών του Γεραμάνη, για να φτάσει στα χέρια μας (με πλούσιο επίσης φωτογραφικό υλικό) ένα καταπληκτικό βιβλίο τριακοσίων πενήντα σελίδων μεγάλου μεγέθους. Ναι, καταπληκτικό. Γιατί καταπληκτικό; Η κυρία Ναυσικά Γεραμάνη και η έμπειρη δημοσιογράφος και συγγραφέας Μαριάννα Τζιαντζή δεν ακολουθούν τον εύκολο δρόμο, δεν μας παραδίδουν ένα ανθολόγιο συνεντεύξεων που ο Γεραμάνης με αγάπη έπαιρνε από τους λαϊκούς βάρδους, τους ήρωές του ουσιαστικά. Αυτό θα ήταν η εύκολη και ρουτινιάρικη λύση.
Οι δυο κυρίες ακολουθούν τον δύσκολο δρόμο, «στήνουν» ένα μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα μιας ολόκληρης δύσκολης εποχής –και μιας γενιάς, θα έλεγα. Τα δεκαπέντε χρόνια της άνθησης του λαϊκού τραγουδιού, 1950 με 1965, που ο Γεραμάνης παρουσίασε στις εκπομπές του για άλλα δεκαπέντε χρόνια στην ΕΡΤ, 1990 με 2005, μέσα από τις συναντήσεις του μπροστά στο μικρόφωνο με τους δημιουργούς του φαινομένου «λαϊκό τραγούδι», αποσυναρμολογούνται και συναντιούνται ξανά πάνω στον καμβά ενός χειροτεχνήματος που τιμά διπλά το έργο του Γεραμάνη.
Σε δεκατρία κεφάλαια απλώνουν το ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό πορτρέτο της Ελλάδας, με σπονδυλική στήλη το λαϊκό τραγούδι και τους ανθρώπους του: συνθέτες, τραγουδιστές και τραγουδίστριες, στιχουργοί και φυσικά οργανοπαίχτες έχουν τον λόγο και αφηγούνται: Της φτώχειας τα παιδιά. Η διασκέδαση, τα μαγαζιά. Για το μπουζούκι και άλλα όργανα. Φωνοληψίες. Πανηγύρια. Αμερική, περιοδείες στο εξωτερικό. Γνώμες για παλιούς και νέους καλλιτέχνες. Οι πλούσιοι ξεφαντώνουν. Γυναίκες στο πάλκο. Τις πταίει; Οι ξεχασμένοι, οι αδικημένοι. Κάποιος να με ανακαλύψει. Μικρές ιστορίες.
Ναι, η ανάγνωσή μου ήταν η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος. Από τα χρόνια που μπορεί να διαθέτω μνήμη σε μια γειτονιά που «όσο και να είμαστε φτωχοί / και μαύρες ώρες ζούμε / τραβάμε μπρος με τη δουλειά / σαν τα χαρούμενα πουλιά / μια προκοπή να βρούμε» (στίχοι Κ. Μάνεση, σύνθεση Λ. Καρνέζη και Κ. Παπαδόπουλου, τραγούδι Στέλιος Καζαντζίδης, 1961.).
Ναι, η παλιά πόλη των Χανίων και οι γειτονιές της, διαπασών στα «ράδια» οι φωνές του Στράτου Διονυσίου, της Ρίτας Σακελλαρίου, του Πάνου Γαβαλά, η Δούκισσα και η μεγάλη Μοσχολιού, οι παράγκες στον προμαχώνα της Σάντα Λουτσία και το σινεμά «Ρεγγίνα», ταινίες της εποχής, δακρύβρεχτες οι πιο πολλές, και τα τραγούδια του έρωτα και της ξενιτιάς πάνω στο θαυματουργό πανί της οθόνης. Η Μπέλλου λέει: «Πήγαινα στην Ομόνοια κι έπαιρνα δυο κουλούρια, γιατί όλη μέρα τράβαγα καρότσια, έκανα τον αχθοφόρο […] έκλαιγα …»· και πώς να ξεχάσεις τον κουλουρά μπροστά από το σχολείο, φτωχός άνθρωπος, όλο λαϊκά τραγουδούσε.
Για τη διασκέδαση και τα μαγαζιά της εποχής, τι θαυμάσιες οι περιγραφές των γνωστών στεκιών του λαϊκού τραγουδιού, οι Τζιτζιφιές του Γιάννη Παπαϊωάννου, η Κουμουνδούρου και η οδός Λένορμαν, Νίκαια και Κορυδαλλός, στου «Κεφάλα» και στου «Περβόλα», στο Χαϊδάρι ο Στελλάκης με τα «Κουνέλια», ο «Μαργωμένος» στον παραλιακό. «Τα σαββατοκύριακα, στη νησίδα που έχει στη μέση ο δρόμος μαζευότανε ο κόσμος […] παραλία από πίσω, ερχόντουσαν οι οικοδόμοι και κάνανε πικ νικ ολονύκτιο. Ακούγανε και τη μουσική τους και κοιμόντουσαν στα βότσαλα», λέει η Δούκισσα. Οχι πως λείπουν από το βιβλίο οι βραδιές στην «Τριάνα του Χειλά» ή στου «Τζίμη του Χοντρού», με τον Τσιτσάνη και την Μπέλλου.
Καταπληκτικές οι εικόνες στα πανηγύρια, κούραση και γέλιο, επαρχία με χώμα στο πάλκο, ρετσίνα και για το μεροκάματο των μουσικών κάτι δραχμές της εποχής. Οι πλούσιοι βεβαίως είναι αλλιώς. Το μπουζούκι έχει γίνει μόδα, «μπήκαν οι γούνες στα λαϊκά μαγαζιά» λέει ο Μίμης ο Μάνεσης, ο Ωνάσης δεν περνά από την Αθήνα αν δεν πάει στου Ζαμπέτα, και η Δούκισσα στον Σκορπιό γραμμή μετά το μαγαζί, με αεροπλάνο και κρις κραφτ, η Τζάκι ξυπόλητη, ο Εμπειρίκος τακτικός πελάτης στα μαγαζιά… Πώς το ρεμπέτικο δημιουργούσε ρωγμές μέσα στην κοινωνία; Η απλώς ήταν το φολκλόρ;
Η Αμερική έχει τη μερίδα του λέοντος ως κεφάλαιο, βασικό κίνητρο το οικονομικό, οι πρώτης γενιάς μετανάστες είχαν ορθοποδήσει, σύλλογοι και ενώσεις συντοπιτών, τα μεροκάματα καλά και η διαμονή πληρωμένη, υπογράφονταν και συμβόλαια. Οι περισσότεροι λαϊκοί βάρδοι της εποχής πήγαν για δουλειά στην Αμερική και οι περισσότεροι είχαν θετικές εντυπώσεις.
Από κοντά η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Αίγυπτος και η Νότια Αφρική· όπου ελληνική λαλιά, εκεί και ζήτηση. Κάποιοι αποκόμισαν σοβαρά κέρδη, έφτιαξαν τα σπίτια τους στην Αττική, οι λίγοι κακόπεσαν, «έφταιγε το κεφάλι μου» λέει ο Μπάμπης Μπακάλης. Πρωτοπόρος κι εδώ ο Γιάννης Παπαϊωάννου, γυρνώντας τούς είπε απίστευτα πράγματα, τα δολάρια σε πλαστικά καλάθια, να τα μοιράζονται οι μουσικοί… ο Καπλάνης, ο Απόστολος Καλδάρας, πιο πολλά μαγαζιά είχε η Νέα Υόρκη, 30 με 35, παρά η Ελλάδα, λέει ο Τάκης Μπίνης. Στο κοινό τους ο Ντιν Μάρτιν, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Πέρι Κόμο, ο Σάμι Ντέιβις. Μιλάει ο Μπίνης για τον σεβασμό ανάμεσα στους Αμερικάνους καλλιτέχνες: «Ο ένας έλεγε βασιλιά τον άλλο […] εδώ ο ένας να καταβαραθρώσει τον άλλο… εδώ υπάρχει μόνο το εγώ, μετά απ’ αυτό το τίποτα, το χάος».
Φυσικά δεν μπορεί να μην έχουν οι γυναίκες και οι φωνές τους το δικό τους κεφάλαιο. Οι γυναίκες στο πάλκο καθισμένες, οι δεύτερες φωνές, κι ύστερα όρθιες. Πρώτη μπήκε η Σωτηρία στου Τζίμη, το 1948, ο Τσιτσάνης άνοιξε την πόρτα, Νίνου, Ντάλια, Γεωργακοπούλου, Λύδια, Μοσχολιού, Πάνου, Αννα Χρυσάφη, Δούκισσα και Αλιφραγκή, Μαρινέλλα, Μπέμπα Μπλανς, τι να μην ξεχάσεις… Κι από κοντά τα λαϊκά περιοδικά της εποχής με πορτρέτα και ιστορίες…
Οι αφηγήσεις του βιβλίου έχουν επιλεγεί με τρυφερότητα και ματιά πονετική σε εκείνα τα χρόνια, προκαλούν τη συγκίνηση που προκαλεί ένα καλό βιβλίο, βάζουν το δάχτυλο στις πληγές της εποχής, φτώχεια, ανασφάλεια, (κοινωνική ασφάλιση; Τι είναι αυτό;), μετανάστευση, ναυτικοί στα πέλαγα αλλά και αλληλεγγύη, και παρηγοριά στα δύσκολα, χωρίς όμως θεοποίηση της εποχής, χωρίς ανθρώπους – καρικατούρες. Ο Γεραμάνης μέσα από τις συνεντεύξεις του σεβόταν τον βιοπαλαιστή, κυριολεκτικά, δημιουργό της εποχής, άκουγε και το μικρόφωνο κατέγραφε ατόφια τη δύσκολη εικόνα της εποχής. Και οι δύο επιμελήτριες έδωσαν στο βιβλίο αυτή την αύρα. Λέει η Βούλα Γκίκα: «Πήγα στη μοδίστρα γιατί δεν ήθελα να πάω στο εργοστάσιο, στα 14 μου χρόνια μοδίστρα […] σε ένα υπόγειο κάπου δέκα σκαλιά κάτω από τη γη… τη μηχανή την είχα δίπλα στην πόρτα γιατί δεν υπήρχε παράθυρο».
Κλείνεις το βιβλίο με την απορία: Είναι το ήθος μιας εποχής που φτιάχνει την τέχνη που μένει;
