Μ’ ένα βιβλίο αφιερωμένο στη μητέρα του, ο Μάκης Τσίτας μας αφηγείται την ιστορία του μικρού Χάρη. Ο ήρωας της ιστορίας βλέπει τη μαμά του πολύ στενοχωρημένη γιατί δεν μπορεί να κοιμηθεί, αν και αυτή ξέρει πόσο απαραίτητος είναι ο ύπνος όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους. Ομως, έγνοιες για συνεχείς υποχρεώσεις δεν την αφήνουν να ησυχάσει και να καταφέρει να ξεκουραστεί. Ο Χάρης δεν ξέρει πώς να τη βοηθήσει, μέχρι που η ίδια του το ζητά: να ξαπλώσει μαζί της κι ενώ εκείνη θα κλείσει τα μάτια της, ο Χάρης να της τραγουδά για να τη νανουρίσει. Συμφωνούν, ξαπλώνουν κι αρχίζει ένα παιδικό τραγούδι, επινόησης του συγγραφέα, για έναν χαριτωμένο σκυλάκο και τον φίλο του. Ωστόσο, η μαμά του δεν καταφέρνει να κοιμηθεί. Ολο και κάποια σκέψη έρχεται στο μυαλό της και θέλει να σηκωθεί: για τη λίστα με τα ψώνια της επομένης, γιατί ξέχασε να πει του μπαμπά να πλύνει τα πιάτα, γιατί ξέχασε το φαγητό έξω από το ψυγείο, γιατί πείνασε…
Ο Μάκης Τσίτας, βραβευμένος και πολυγραφότατος συγγραφέας βιβλίων για ενήλικες και παιδιά και θεατρικών έργων, επανέρχεται με ένα νέο, πρωτότυπο βιβλίο, για να κάνει μία ανατροπή διαφορετική από αυτές στις οποίες μας έχει συνηθίσει. Εχοντας ασχοληθεί με όλα τα παιδικά βιβλία του, αυτό το οποίο έχω εντοπίσει να γίνεται πάντα η βάση της έμπνευσής του είναι η προστασία προς το παιδί. Αυτή τον καθοδηγεί και πλάθει την ιστορία του κάθε φορά. Τώρα, όμως, αντιστρέφει για λίγο τους ρόλους των πρωταγωνιστών του και το παιδί είναι αυτό που θέλει να προστατεύσει τη μαμά του από την κούραση της αϋπνίας. Ωστόσο, οι ρόλοι μητέρας – παιδιού δεν χάνονται, αφού στο τέλος αποδεικνύεται ότι το τραγούδι του παιδιού για τον σκυλάκο παίζει κι αυτό τον ρόλο του στην υπόθεση: όλη η ιστορία δεν ήταν παρά ένα κόλπο της μαμάς για να κοιμηθεί το παιδί της!
Κι εδώ, ο συγγραφέας, μ’ έναν πολύ τρυφερό και χαριτωμένο τρόπο, υπογραμμίζει το πόσο πολύ τα παιδιά αντιλαμβάνονται, νοιάζονται και θέλουν να φροντίσουν τους γονείς, αν και οι ρόλοι τους παραμένουν ακλόνητα οι ίδιοι. Τα παιδιά πάντα τα κερδίζει η φαντασία τους και το παιχνίδι, ενώ οι γονείς δεν παύουν να νοιάζονται για τα παιδιά τους και για όσα διευκολύνουν την καθημερινότητα της οικογένειας.
Ο Μάκης Τσίτας απλά και παραστατικά μας περιγράφει και παρουσιάζει στο Γιατί δεν κοιμάσαι, μαμά; τη σχέση αυτή, αφηγούμενος ταυτόχρονα δύο ιστορίες, τη μία εγκιβωτισμένη μέσα στην άλλη, για να καταλήξει πως το παιδί παραμένει πάντα ένα παιδί που το νανουρίζει ένα παραμύθι και ο γονέας παραμένει πάντα ο αγωνιστής της οικογένειας, που σκέπτεται συνεχώς το τι πρέπει να γίνει ή τι δεν έγινε. Τόσο η δομή όσο και η συμπυκνωμένη αποτύπωση της ιστορίας του πηγάζουν από την πολυετή συγγραφική του πείρα και το ταλέντο του!
Με αυστηρή αφηγηματική αρχιτεκτονική και ρεαλιστική προσέγγιση, το έργο επιτρέπει στον/στην αναγνώστη/στρια να αναστοχαστεί πάνω σε πτυχές της προσωπικής του/της ταυτότητας μέσα από τη διαδικασία της ανάγνωσης. Ο συγγραφέας αποστασιοποιείται συνειδητά από κάθε μορφή διδακτισμού ή ηθικολογικής πρόθεσης· αντί να υιοθετήσει καθοδηγητικό λόγο, οικοδομεί ένα σύνθετο παιχνίδι αντιστροφής ρόλων, όπου η ανατροπή λειτουργεί ως μηχανισμός νοηματικής εξισορρόπησης. Μέσω αυτής της κυκλικής δυναμικής, αναδεικνύεται η ουσία και η αλληλεξάρτηση των ταυτοτήτων της μητέρας και του παιδιού, σε ένα πεδίο όπου τα όρια μεταξύ τους επαναπροσδιορίζονται.
Η εμπνευσμένη εικονογράφηση της Γιώτας Κοκκόση αποτύπωσε τη ζωντάνια και το χιούμορ της ιστορίας, μέσα από ωραία σκίτσα και χαρούμενα χρώματα, αποδεικνύοντας το γόνιμο της συνεργασίας της με τον συγγραφέα.
