Η προσπάθεια να απονομιμοποιηθεί η ψυχαναλυτική πρακτική στις δημόσιες δομές υγείας, σε έναν τόπο όπου για πολλές δεκαετίες αποτελούσε πολιτισμική παράδοση, αντανακλά αναμφίβολα πολλά περισσότερα από μια ιατρική διαμάχη, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής προσπάθειας επιβολής της λογικής του νεοφιλευθερισμού ως τη μοναδική λύση ακόμα και για τον ανθρώπινο ψυχισμό.
Η ψυχανάλυση αντιμετώπισε σφοδρές αντιδράσεις από τη γέννησή της. Οι ιδέες του Φρόιντ για το ασυνείδητο και την παιδική σεξουαλικότητα θεωρήθηκαν στη Βιέννη της βικτοριανής εποχής σκανδαλώδεις και αντιεπιστημονικές, καθώς η ψυχιατρική της εποχής ήταν βιολογικού προσανατολισμού. Το 1933 τα έργα του κάηκαν σε κοινή θέα στη ναζιστική Γερμανία. Αμέσως μετά στη φασιστική Ιταλία η φροϊδική σκέψη αφαιρέθηκε από τα ιταλικά πανεπιστήμια. Τη δεκαετία του ’ 70, στις ΗΠΑ η άνοδος των νευροεπιστημών και η κυριαρχία του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM) συρρίκνωσε τη θέση της ψυχανάλυσης στην κλινική πρακτική.
Τον Νοέμβριο 2025, στη Γαλλία του Μακρόν κατατέθηκε στη Γερουσία η τροπολογία 159 κατά της ψυχανάλυσης, στο πλαίσιο της εξέτασης του νομοσχεδίου για τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης (PLFSS) με στόχο τη μείωση του ελλείμματος και με σαφή πρόθεση να αποθαρρύνει τους Γάλλους από αυτήν τη θεραπευτική επιλογή. Τη στιγμή που γράφονται αυτές τις γραμμές, η τροπολογία 159 αποσύρθηκε έπειτα από τις αντιδράσεις των οργανώσεων ψυχολόγων, ψυχαναλυτών και ψυχιατρικών φορέων που προέβαλαν σοβαρές ενστάσεις για την κατάργηση της ψυχαναλυτικής θεραπείας από την ασφάλιση, κάνοντας λόγο για πρωτοβουλία που αγνοεί τόσο την κλινική εμπειρία όσο και τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών.
Γιατί η ψυχανάλυση προκαλεί τόσο έντονες αντιστάσεις και αντιδράσεις; Η ψυχανάλυση είναι μια ανατρεπτική διαδικασία διότι εστιάζει στη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου, απαλλαγμένη από τον δογματισμό του επιστημονικού λόγου της εποχής. Στην ψυχαναλυτική διαδικασία δεν ιατρικοποιείται ο ψυχισμός και το υποκείμενο δεν κατηγοριοποιείται σε «φυσιολογικό» και άρρωστο». Επιπροσθέτως προϋποθέτει χρόνο και λόγο – στοιχεία που συχνά συγκρούονται με νεοφιλελεύθερα κριτήρια κόστους και απόδοσης. Συνεπώς η πρόθεση περιθωριοποίησή της ψυχανάλυσης στη Γαλλία, όπου αποτελεί πνευματική, κοινωνική και πολιτισμική παράδοση, δεν ήταν απλώς ιατρική ή οικονομική αλλά βαθιά πολιτική καθώς έδειξε τη διάθεση της πολιτείας να αναστείλει έναν τρόπο αναστοχασμού του ασυνειδήτου και της ετερότητας, την πρόθεση να προωθήσει τυποποιημένες θεραπείες – όπως η γνωσιακή- που υποτιμούν τη διάσταση υποκειμενικότητας της ψυχικής ζωής και τη μοναδικότητα του υποκειμένου, υπονομεύοντας το δικαίωμα εξαίρεσής του από τη νόρμα.
Η Μαρίνα Φραγκιαδάκη, ψυχαναλύτρια, μέλος της Σχολής του Φροϊδικού Αιτίου, της Νέας Λακανικής Σχολής και της Παγκόσμιας Εταιρείας Ψυχανάλυσης μας εξηγεί πως «η Γαλλίδα γερουσιάστρια, Ζοέλ Γκιντέζ (Joëlle Guidez) εισήγαγε στην ημερήσια διάταξη για τη συζήτηση του προϋπολογισμού της κοινωνικής ασφάλισης την τροπολογία αρ. 159, σύμφωνα με την οποία «από την 1η Ιανουαρίου 2026, οι θεραπείες, οι πράξεις και οι παροχές που βασίζονται στην ψυχανάλυση ή σε ψυχαναλυτικές θεωρητικές βάσεις δεν θα καλύπτονται πλέον από την ασφάλιση υγείας». Το επιχείρημα της γερουσιάστριας, όταν παρουσίασε την τροπολογία στη Γερουσία, ήταν ανήκουστο. Χαρακτηρίζει την ψυχανάλυση ως μη επιστημονική και προτείνει να στηριχτούν άλλες θεραπευτικές συμπεριφοριστικές μέθοδοι ως «πιο μοντέρνες, πιο σύντομες, λιγότερο δαπανηρές». Τα κριτήρια αυτά μοιάζουν να υπακούν σε ένα καπιταλιστικό μοντέλο όπου οι πολίτες καλούνται να παράγουν, να καταναλώνουν, να μη στοιχίζουν στην κοινωνική ασφάλιση και να λειτουργούν ως καλοδουλεμένες μηχανές που δεν χαλάνε ή που, όταν χαλάνε, πρέπει να φτιάχνονται γρήγορα!».
Πράγματι οι δημόσιες πολιτικές ψυχικής υγείας των νεοφιλελεύθερων δυτικών κρατών προκρίνουν ολοένα και περισσότερο σύντομες και τυποποιημένες θεραπείες, που αναπτύσσουν μετρήσιμα θεραπευτικά μοντέλα, όπως η γνωσιακή, που παρουσιάζεται ως «ταχεία», «τεκμηριωμένη» και «αποτελεσματική και οικονομική», ενώ η ψυχανάλυση παρουσιάζεται ως χρονοβόρα και ακριβή, ως μη μετρήσιμη και επαληθεύσιμη.
Η ψυχαναλύτρια Μ. Φραγκιαδάκη υπογραμμίζει ότι «είναι σημαντικό ότι η τροπολογία δεν αναφέρεται στην ιδιωτική πρακτική της ψυχανάλυσης αλλά προτείνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, την απαγόρευση στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας να χρησιμοποιούν την ψυχαναλυτική τους εκπαίδευση στους χώρους ψυχικής υγείας όπου δουλεύουν. Αν η τροπολογία περνούσε δεν θα είχαν πλέον δικαιοδοσία να δουλεύουν στους χώρους ψυχικής υγείας χρησιμοποιώντας τα θεωρητικά και κλινικά εργαλεία της ψυχαναλυτικής εκπαίδευσής τους. Η αντίδραση των ψυχαναλυτών αλλά και των συλλογικοτήτων επαγγελματιών ψυχικής υγείας ήταν άμεση. Ο Σύλλογος Ψυχολόγων Γαλλίας δημοσιοποίησε μια καταγγελία που έχουν υπογράψει μέχρι στιγμής 90.000 άτομα. Η Σχολή του Φροϊδικού Αιτίου, της οποίας είμαι μέλος, οργάνωσε άμεσα ένα φόρουμ, το οποίο έχουν παρακολουθήσει μέχρι στιγμής 11.500 άτομα με ομιλητές ψυχαναλυτές, ψυχολόγους, ψυχιάτρους, εκπροσώπους του συλλόγου ψυχολόγων, των νοσοκομειακών ψυχολόγων, του συλλόγου οικογενειών αυτιστικών παιδιών. Η ψυχανάλυση μας μαθαίνει ότι να μιλάει κανείς για το ανυπόφορο της ύπαρξής του σε κάποιον που ξέρει να ακούει με ήθος μπορεί να προσφέρει αξιοπρέπεια στον άνθρωπο που υποφέρει αλλά και να έχει μακροχρόνια θεραπευτικά αποτελέσματα. Το επιχείρημα της τροπολογίας, πέραν από απάνθρωπο σε ένα κράτος δικαίου, σε ένα κράτος πρόνοιας, είναι και ανυπόστατο. Συνάδελφοί μας παρεμβαίνουν στη Γαλλία, και σε άλλες χώρες διεθνώς όπως και στην Ελλάδα σε ψυχιατρεία, νοσοκομεία, Κέντρα Ψυχικής Υγείας, σχολεία, κέντρα με ΑμεΑ κ.λπ. Η Σχολή του Λακάν, δημιούργησε εξάλλου στη Γαλλία, Ψυχαναλυτικά Κέντρα Βραχείας Θεραπείας που λειτουργούν πλέον σε διάφορες χώρες και που προσφέρουν δωρεάν θεραπεία 16 συνεδριών με αποδεδειγμένα θεραπευτικά αποτελέσματα» καταλήγει.
Πραγματικά η ψυχανάλυση έχει θεραπευτικά και μάλιστα μακροχρόνια θεραπευτικά αποτελέσματα γιατί είναι ο μοναδικός τρόπος αν θέλουμε να διαπραγματευτούμε τις αντινομίες της επιθυμίας μας και τις καθηλώσεις που μας ταλανίζουν ως ενήλικες, να αποκτήσουμε μεγαλύτερη συμμετοχή στη διαμόρφωση της ιστορίας μας, διατηρώντας πάντα το δικαίωμα εξαίρεσής μας από την νόρμα.
Αν λάβουμε υπόψη πως ο πυρήνας της ψυχανάλυσης είναι η ανάδυση της επιθυμίας του υποκειμένου και όχι η προσαρμογή του στα δεδομένα της κοινωνίας, τότε, ναι, είναι ξεκάθαρο ποιοι και γιατί τη φοβούνται, ποιοι και γιατί τρέμουν τη μοναδική θεραπεία που δεν υπακούει σε τυποποιημένα πρωτόκολλα. Ναι, η πρόθεση περιθωριοποίησης της ψυχανάλυσης είναι βαθιά πολιτική κι εμείς οφείλουμε να υπερασπιστούμε περισσότερο από ποτέ την κλινική αξία της για να μπορέσει με τη σειρά της κι εκείνη να υπερασπιστεί τη δημοκρατία μας.
