Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι εκδόσεις Θεμέλιο σας καλούν στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων της Τζένης Σιούτη «Πέρα δώθε» την Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025, στις 7:00 μ.μ., στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης (Μαρίνου Αντύπα & Ελ. Βενιζέλου, Ηλιούπολη).

Θα μιλήσουν οι:

  • Δημήτρης Σκλάβος, σκηνοθέτης 
  • Άντα Στριφτόμπολα, φιλόλογος 
  • Γιάννης Κιμπουρόπουλος, δημοσιογράφος στην «Εφ.Συν.»
  • Θα συντονίσει ο Νίκος Μακρόπουλος 
  • Αποσπάσματα θα διαβάσουν η Δέσποινα Αντωνέλλου, ερασιτέχνης ηθοποιός και η Βάσια Σκιαδά, σκηνοθέτης.
  • Την εκδήλωση θα συνοδεύσουν μουσικά η Ιωάννα Σαμπαϊντά και ο Νίκος Βλάχος. 

Είκοσι διηγήματα-μνήμες που όλα μαζί συνθέτουν το μωσαϊκό της ζωής και της καθημερινότητας μιας οικογένειας και του περιβάλλοντός της, κατά τη μακρά περίοδο της μετανάστευσής της στη Γερμανία. Στιγμές αποχωρισμού, πόνου, νόστου, οδυνηρών απωλειών και σκληρής ζωής, αλλά και γεμάτες μικρές χαρές και πρωτόγνωρες εμπειρίες που βίωσαν τα μέλη της οικογένειας ως γκασταρμπάιτερ, σ’ έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που άφησαν πίσω. Στιγμές-ψήγματα από τον αντιδικτατορικό αγώνα στη Γερμανία και άλλες από τον εμβληματικό αγώνα των μεταναστών εργατών, στη διάρκεια της “wilder Streik” για ισότιμες συνθήκες εργασίας. Στις μέρες μας, που σκοτεινιάζουν από εθνικισμό και ρατσισμό, στο φοβισμένο πρόσωπο του σύγχρονου μετανάστη, του ρημαγμένου πρόσφυγα είναι χαραγμένος ο ίδιος πόνος, η ίδια λαχτάρα για ζωή. 

«Ο συρμός μπαίνει στον σταθμό του Ντύσσελντορφ. Αυτό ήταν. Φτάσαμε, συλλογιέται, και πιάνει τον εαυτό της να μη νιώθει τίποτα. Μήτε λύπη, μήτε χαρά. Μονάχα μια εξάντληση, ένα συναισθηματικό άδειασμα. Όλο το μέσα της είχε συρρικνωθεί, είχε στεγνώσει. Καινούργια ζωή, σκέφτηκε, δεν τη μέλλει όμως πώς θα είναι, αρκεί που θα σμίξει με τη φαμίλια της. Μόνο αυτό. Στην αποβάθρα κόσμος πολύς, χαλασμός. Ξαφνικά, σα να ξυπνάει από λήθαργο, την πιάνει μια αγωνία, καθώς ψάχνει με τα μάτια ανήσυχα μπρος πίσω να δει τον άντρα της. Τρία χρόνια έχει να τον δει, έχει ξεσυνηθίσει τους έρωτες, τον ντρέπεται. Θα πρέπει να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή, σκέφτεται. Δεν τον βλέπει πουθενά. Απόγνωση. Τι θα κάνω, Θεέ μου, αν δεν έρθει; “Καλώς τηνε κι ας άργησε”. Την αγκαλιάζει. Αιφνιδιάζεται. Τα χέρια της πεσμένα κάτω, ξερά, σιγά σιγά, δισταχτικά, σηκώνονται, αγγίζουν την πλάτη του. Δυο σώματα που θα ξαναγνωριστούν απ’ την αρχή. Δυο νέοι άνθρωποι, δυο μετανάστες, αγκαλιασμένοι άγαρμπα στην αποβάθρα.»

vivlio