ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Δουζίνας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν η Ελλάδα υιοθέτησε το νέο Σύνταγμα το 1975 έμπαινε σε δυναμική δημιουργική χαρούμενη περίοδο. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του, παρά τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις, η αισιοδοξία φαινόταν παντού. Σήμερα είμαστε μια κουρασμένη κοινωνία χωρίς φαντασία και ελπίδες, με σκληρότητα, αδιαφορία για το περιβάλλον, υποχώρηση της ηθικής στη δημόσια ζωή, φθίνουσα κρατική κυριαρχία, απαξιωμένους και βαριεστημένους θεσμούς, κουρασμένους πολιτικούς. Σ’ αυτό το περιβάλλον υπάρχει υποχώρηση σε όλους τους βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς και δικαιώματα[1]. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν οι ανεξάρτητες αρχές. Η δημιουργία τους το 2001 ήταν μέρος της νεοφιλελεύθερης στροφής των τελευταίων 30 χρόνων και ειδικότερα της μεταπολιτικής συνθήκης. Σημαντικές πλευρές κρατικής λειτουργίας αφαιρούνται από την πολιτική αντιπαράθεση και μεταφέρονται σε εμπειρογνώμονες, επειδή η τεχνοκρατική γνώση πρέπει να επιβάλλεται της πολιτικής.

Αυτή η άποψη οδήγησε σε ευρεία συμφωνία των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων για την ανάγκη «αντιβάρων», ανεξάρτητων αρχών που θα περιόριζαν και έλεγχαν την κυβέρνηση. Οι πέντε συνταγματικές ανεξάρτητες αρχές (ΕΣΡ, ΑΑΔΕ, ΑΣΕΠ, ΣτΠ, ΑΠΔΠΧ) στηρίζονται στην πεποίθηση ότι το αντικείμενό τους απαιτεί εξειδικευμένη τεχνογνωσία, συνέχεια και σταθερότητα στις ασκούμενες πολιτικές, αμερόληπτη και υπερκομματική σύνθεση και εγγυήσεις ανεξαρτησίας για τα μέλη τους. Η επιλογή των μελών τους από πλειοψηφία 4/5 και, μετά το 2019, 3/5 των μελών της Διάσκεψης Προέδρων της Βουλής επέβαλε την προϋπόθεση διακομματικής συμφωνίας. Ηταν μια σπάνια στιγμή που οι πολιτικοί αποφάσισαν τον αυτοπεριορισμό των αρμοδιοτήτων και εξουσιών τους και έδωσαν την εντύπωση ότι υπήρχε ευρεία συμφωνία ως προς την αποπολιτικοποίηση της ύλης των επιτροπών.

Η υπόθεση εργασίας απέτυχε. Ως πρόεδρος της Επιτροπής Αμυνας και Εξωτερικών ήμουν μέλος της Διάσκεψης Προέδρων που διόριζε τα μέλη των αρχών από το 2015 μέχρι το 2019. Η Επιτροπή έκανε επίσης συνεντεύξεις για την επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, δύο διαδικασίες που δίνουν μια επίφαση διαβούλευσης σε κυβερνητικές αποφάσεις. Το 2016, το επεισόδιο γύρω από τον νόμο περί αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών (νόμος «Παππά») έδειξε ότι η αποπολιτικοποίηση και η διακομματική σύνθεση αποτελούσαν φύλλο συκής. Η λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) ήταν απαραίτητη για την εφαρμογή της νεοεισαγόμενης διαδικασίας αδειοδότησης των καναλιών. Ομως το ΕΣΡ δεν είχε πλήρη σύνθεση λόγω λήξης της θητείας μελών του. Η αντιπολίτευση δεν συναινούσε στον διορισμό νέων μελών και η πλειοψηφία 4/5 της διάσκεψης δεν υπήρχε. Σε έξι συνεδριάσεις, η κυβέρνηση παρουσίασε πολλαπλούς υποψηφίους, κάποιους από τον κεντρώο και κεντροδεξιό χώρο. Η αντιπολίτευση τους απέρριψε όλους βάζοντας άσχετες προϋποθέσεις για την αποδοχή τους. Εν τέλει δήλωσε ότι θα συναινούσε μόνο αν καταργούνταν πρώτα ο νόμος, κάτι που έγινε εκ των πραγμάτων μετά την απόφαση περί αντισυνταγματικότητάς του από το ΣτΕ.

Η αδειοδότηση των καναλιών ήταν βέβαια τελείως διαφορετικό θέμα από την τυχαία έλλειψη απαρτίας της Επιτροπής. Η υπόθεση περί υπερκομματικών θεμάτων και επιτροπών που οδήγησε στην αυξημένη πλειοψηφία χρησιμοποιήθηκε για να ματαιώσει την κυβερνητική πολιτική. Το ίδιο κάνει η σημερινή αντιπολίτευση αρνούμενη την επιλογή της κυβέρνησης για τον Συνήγορο του Πολίτη αλλά και άλλες δύο αρχές. Να προσθέσω ότι στο παζάρι με τα διάφορα ονόματα υποψηφίων στη διάσκεψη, η επιστημονική τους κατάρτιση και η εμπειρία τους για το αντικείμενο ουδέποτε συζητήθηκε. Η υπόθεση περί επιστημονικής γνώσης και εμπειρίας που αντικαθιστά την πολιτική ένταξη εγκαταλείφθηκε όταν το υποτιθέμενο «αποπολιτικοποιημένο» θέμα έγινε αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Κάτι ανάλογο συνέβαινε στις συνεντεύξεις των υποψηφίων για την ηγεσία των δικαστηρίων, μια διαδικασία υποκριτικού φορμαλισμού. Οι ερωτήσεις ήταν κοινότοπες και γενικόλογες, οι απαντήσεις πολλές φορές έδειχναν έλλειψη βασικών γνώσεων και κριτικής σκέψης. Λόγω επαγγελματικής παραμόρφωσης, έκανα ερωτήσεις για τη σχέση πολιτικής και δικαίου που οι περισσότεροι υποψήφιοι δεν μπορούσαν να απαντήσουν. Στο τέλος, ο πρόεδρος της διάσκεψης με επέπληξε και μου είπε να μην το ξαναρωτήσω γιατί καθυστερώ τη διαδικασία.

Μετά την αποτυχία του νόμου «Παππά» και την πλήρη πολιτικοποίηση της επιλογής των μελών των αρχών, μια σειρά μέτρων συνέχισαν την τάση που εμφανίστηκε το 2015. Η υπόθεση περί πολυσυλλεκτικών, εξειδικευμένων επιτροπών με εγγυήσεις ανεξαρτησίας εγκαταλείφθηκε πλήρως. Είχαμε κατ’ αρχάς τη μείωση της πλειοψηφίας από 4/5 σε 3/5 στην αναθεώρηση του 2019 για να κάνει την επιλογή ευκολότερη και, ει δυνατόν, μονοκομματική. Είχαμε την επινόηση της μαθηματικής «στρογγυλοποίησης προς τα κάτω». Τα νέα μέλη της ΑΔΑΕ και του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης επιλέχτηκαν από 16 μέλη της Διάσκεψης Προέδρων. Η διάσκεψη έχει 27 μέλη και τα 3/5 του 27 είναι 16,2. Χρειάζονται επομένως περισσότεροι από δεκαέξι αλλά τα «δημιουργικά μαθηματικά» έλυσαν το πρόβλημα. Να προσθέσω ότι η συμπλήρωση της σύνθεσης της ΑΔΑΕ έγινε ενώ η αρχή διεξήγαγε τον έλεγχο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών για τις κυβερνητικές υποκλοπές των επικοινωνιών πολλών δημοσίων προσώπων.

Μετά είχαμε άλλες τροπολογίες που επιτρέπουν στην κυβερνητική πλειοψηφία να ελέγχει τη σύνθεση των επιτροπών. Νομοθετήθηκε η δυνατότητα να παρατείνεται η θητεία των απερχόμενων μελών μέχρι τον διορισμό των νέων. Η δυνατότητα των μελών ανεξάρτητων αρχών που διανύουν τη θητεία τους να διορισθούν για πλήρη θητεία σε θέση υψηλότερης βαθμίδας της ίδιας αρχής (άρθρο 70 του Ν. 4795/2021). Καταργήθηκε η δυνατότητα της ΑΔΑΕ να γνωστοποιεί εκ των υστέρων στον θιγόμενο την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του για λόγους εθνικής ασφάλειας (άρθρο 87 του Ν. 4790/2021) και εισήχθη αθέμιτος περιορισμός της δυνατότητας της ΑΔΑΕ να ελέγχει την ΕΥΠ, (άρθρο 4, παρ. 7, του Ν. 5002/2022). Τέλος, ενώ οι αρχές υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις στη Βουλή, που τυπικά τις ελέγχει, ουδέποτε ασκήθηκε ουσιαστικός έλεγχος. Η σχεδόν πλήρης απουσία ουσιαστικού ελέγχου της κυβέρνησης από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία επεκτάθηκε έτσι και στις ανεξάρτητες αρχές. Οι εξελίξεις αυτές επιτρέπουν στην κυβέρνηση τη μονοκομματική στελέχωση των ανεξαρτήτων αρχών, όπως έγινε με τα μέλη του ΕΣΡ και της ΑΔΑΕ, και την αδυναμία διορισμού προέδρων. Από πλουραλιστικές, συναινετικές και εξειδικευμένες, τα θεσμικά αντίβαρα έγιναν θεσμικά αντι-στηρίγματα μιας στυγνής εκτελεστικής εξουσίας, μέρος του επιτελικού κράτους ή της τραμπικής αρχής της «ενιαίας εκτελεστικής εξουσίας», «επιτελικής» καθ’ ημάς.

Τον Φεβρουάριο 2025 ο Τραμπ περιόρισε με διάταγμα ριζικά τις εξουσίες των ανεξάρτητων αρχών που έχει ιδρύσει το Κογκρέσο. Απαιτεί να υποβάλλουν οι αρχές τούς προτεινόμενους κανονισμούς τους για έγκριση από τον Λευκό Οίκο και τις εμποδίζει να δαπανούν κονδύλια για έργα που έρχονται σε σύγκρουση με τις προτεραιότητες του Τραμπ. Το διάταγμα οδήγησε σε συνοπτικές απολύσεις μελών ανεξάρτητων οργανισμών, κατά παράβαση νόμων που απαγορεύουν την αναιτιολόγητη απομάκρυνσή τους πριν από τη λήξη της θητείας τους. Τον Σεπτέμβριο 2025, το Ανώτατο Δικαστήριο με έκτακτη απόφαση επέτρεψε την απόλυση Δημοκρατικού μέλους της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου. Η απόφαση ανέτρεψε ιστορική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του 1935. Το δικαστήριο φαίνεται πρόθυμο να ακολουθήσει τον Τραμπ στην κατάργηση των ανεξάρτητων, μη κομματικών ομοσπονδιακών αρχών, επιτρέποντάς του να απολύει τους προέδρους και τα μέλη των αρχών χωρίς να δίνει κανένα λόγο. Η ελληνική κυβέρνηση, όπως και σε τόσα άλλα, συντονίζεται με την επίθεση Τραμπ στο αμερικανικό Σύνταγμα και το κράτος δικαίου.

Καθηγητής Πανεπιστημίου του Λονδίνου

1. Κώστας Δουζίνας, «Το Κράτος των Δικαστών» (Παπαζήσης 2025).