Παραμονή Πρωτοχρονιάς, μεσημέρι, συνδαυλίζω το τζάκι. Και κει πάνω που μετακινούσα το τελευταίο ξύλο, -ένα τόσο δα λιόξυλο- ακινητοποιήθηκα. «Δάγκασε» η μέση μου. Δεν μπορούσα να σηκωθώ όρθιος, να ισιώσω τη σπονδυλική στήλη. Είναι το λουμπάγκο, το πιάσιμο της μέσης, το οποίο φέρνει έντονο πόνο κι αδυναμία κίνησης. Τις περισσότερες φορές συμβαίνει με απλές καθημερινές κινήσεις· σκύψιμο, δέσιμο κορδονιών, μετακίνηση ενός αντικειμένου από το πάτωμα, έστω κι ένα κομμάτι χαρτί. Ακολούθησαν οι τηλεφωνικές οδηγίες του γιατρού· ξάπλα, ξεκούραση, λήψη μυοχαλαρωτικών και παυσίπονων.
Ετσι, συνάντησα τον νέο χρόνο κλινήρης. Εγώ στο κρεβάτι, συγγενείς και κάποιοι φίλοι γύρω απ’ το τζάκι. Επαληθεύτηκε η παροιμία «όσα δεν φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει η στιγμή». Κυριολεκτικά πέρασε ολόκληρος ο χρόνος και με τις τελευταίες του στιγμές έφερε κι επέβαλε την ακινησία. Ας είναι, λες, και σκέφτεσαι άλλη μια λαϊκή φράση για την περίπτωση: «κι αυτό θα περάσει».
Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι κάτι να ακουμπά στα πόδια σου, πάνω από τις κουβέρτες. Μα, ναι, είναι η Ιριδα, η γάτα του σπιτιού. Αφησε τους άλλους κι ήρθε να μου κάνει συντροφιά. Γουργουρίζει, τρίβεται πάνω στα πόδια μου. Τι να λέει άραγες με το μουρμουρητό της; Είναι το συνηθισμένο της ή κάτι άλλο θέλει να πει λόγω της κατάστασης; Αχ! Να μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε περισσότερο.
Ηρθαν τα μεσάνυχτα κι η αλλαγή του χρόνου. Ακούστηκαν ήχοι πυροτεχνημάτων. Ηταν απ’ την περιοχή του λιμανιού, όπου βρίσκεται το δημαρχείο. Ολο και περισσότερο ρίχνονται πυροτεχνήματα, φωτοβολίδες και άλλα συναφή, με τα οποία εκδηλώνεται η χαρά, και συνοδεύουν τις γιορτινές εκδηλώσεις. Με τον πρώτο ήχο η Ιριδα εξαφανίστηκε, κρύφτηκε κάτω απ’ τον καναπέ ή πήγε στο κάτω ράφι της βιβλιοθήκης. Σ’ αυτά τα δυο μέρη κρύβεται για να προστατευτεί από τους έντονους ήχους των πυροτεχνημάτων. Η χαρά η δική μας, των ανθρώπων, είναι φόβος για τα ζώα· τα οικιακά, γάτες και σκύλοι πανικοβάλλονται, τα πουλιά φεύγουν από τα δέντρα του δημοτικού κήπου και τα πάρκα της πόλης. Μάλλον θα αντιλαμβάνονται τους ήχους ως ομοβροντίες που στρέφονται κι έχουν στόχο αυτά.
Μόλις έγινε ησυχία, τσουπ, πήδησε η γάτα στο κρεβάτι. Τούτη τη φορά ήρθε ψηλά, δίπλα στη μέση μου, λες κι ήθελε να τη ζεστάνει, να μ’ ανακουφίσει απ’ τον πόνο. Γουργουρίζει κι ο ήχος μεταδίδεται στερεοφωνικά απ’ το στρώμα. Αλλάζοντας πλευρό εγώ, αλλάζει θέση κι εκείνη. Τη μια στιγμή βρίσκεται αριστερά, την άλλη τεντώνεται στα δεξιά. Σηκώνεται όρθια, σχηματίζει μεγάλη καμάρα με τη ράχη της, λες και κάνει ασκήσεις. Κοιταζόμαστε στα μάτια. Τι θέλει να μου πει; Της μιλώ, την ευχαριστώ για την παρέα που μου κράτησε τούτη την Πρωτοχρονιά.
