ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Την άμεση ανέγερση του μνημείου για τους φοιτητές και τις φοιτήτριες του ΑΠΘ που υπήρξαν θύματα της τραγωδίας των Τεμπών ζητά με ανακοίνωσή της η Συσπείρωση Πανεπιστημιακών του ΑΠΘ. Η ανακοίνωση είναι απάντηση στην επιεικώς άστοχη αλλά σίγουρα «μνημειώδη» δήλωση των πρυτανικών αρχών ότι το μνημείο «πάγωσε» μέχρις ότου… αποδεσμευτεί από την πολιτική αντιπαράθεση.
Συγκεκριμένα, έπειτα από ερώτηση βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στην υπουργό Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, «γιατί δεν προχωρά η κατασκευή του μνημείου των φοιτητών-θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών, σε χώρο του ΑΠΘ», η υπουργός απάντησε προσκομίζοντας έγγραφη απάντηση του πρύτανη Κυριάκου Αναστασιάδη, ο οποίος λέει ότι μνημείο θα ανεγερθεί μεν για τους 13 φοιτητές/τριες, αλλά αυτό θα γίνει «σε χρόνο ο οποίος θα αποδεσμεύει το τραγικό αυτό γεγονός από την πολιτική αντιπαράθεση και τη νομική διαδικασία που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, με αποκλειστικό σκοπό τον σεβασμό και τη διατήρηση της μνήμης των θυμάτων».
«Να ανεγερθεί σε χρόνο ο οποίος θα αποδεσμεύει το τραγικό αυτό γεγονός από την πολιτική αντιπαράθεση και τη νομική διαδικασία που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, με αποκλειστικό σκοπό τον σεβασμό και τη διατήρηση της μνήμης των θυμάτων», ήταν η προκλητική απάντηση του Κυριάκου Αναστασιάδη
Θυμίζουμε ότι την κατασκευή μνημείου δύο χρόνια μετά το κρατικό έγκλημα στα Τέμπη είχε αποφασίσει η προηγούμενη πρυτανική αρχή και είχε αναθέσει την κατασκευή του μνημείου στον γλύπτη και ομότιμο καθηγητή του ΑΠΘ, Κωνσταντίνο Βαρώτσο, ο οποίος αφιλοκερδώς είχε δώσει και σχέδιο στο οποίο απεικονίζονταν δεκατρία δοκάρια -όσα και οι νεκροί φοιτητές/τριες του ΑΠΘ στα Τέμπη- που λυγίζουν στον άνεμο.
Η Συσπείρωση σχολιάζει ότι «η στάση αυτή του πρύτανη δεν συνιστά πράξη θεσμικής ουδετερότητας.
Σοβαρά ζητήματα
Αντιθέτως, εγείρει σοβαρά ζητήματα, καθώς κατά πρώτον συνδέει τη δημόσια απότιση τιμής στους νεκρούς φοιτητές και νεκρές φοιτήτριές μας με την έκβαση της δικαστικής κρίσης. Αν δεν ισχύει αυτό, τότε η επίκληση της εκκρεμούς νομικής διαδικασίας λειτουργεί προσχηματικά, ως λόγος αναστολής μιας θεσμικά ειλημμένης απόφασης που προέκυψε από την ίδια την ακαδημαϊκή οικογένειά τους». Επιπλέον υπογραμμίζει η παράταξη: «Η αναφορά σε έναν απροσδιόριστο κατάλληλο χρόνο αποδέσμευσης από την πολιτική αντιπαράθεση δημιουργεί έναν ακόμη σοβαρό κύκλο ερωτημάτων:
Με ποιο κριτήριο ορίζεται το τέλος της πολιτικής αντιπαράθεσης; Ποιος καθορίζει αυτό το κριτήριο και με ποια νομιμοποίηση; Με ποια λογική οι πρυτανικές αρχές ενός Πανεπιστημίου αυτοαναγορεύονται ρυθμιστές του εκπεφρασμένου δημόσιου συναισθήματος και της συλλογικής μνήμης;».
Η Συσπείρωση καταλήγει: «δεν αναγνωρίζουμε σε κανέναν το δικαίωμα να εδραιώνει «διαδικασίες πιστοποίησης» των όρων απόδοσης τιμής στους νεκρούς, θέτοντας ως προϋπόθεση τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις και παρεμβαίνοντας εν τέλει με την επιλογή αυτή στην πολιτική αντιπαράθεση. Οι πολιτικές της μνήμης και της λήθης που χωρίς περίσκεψη και αιδώ επιχειρεί σήμερα να χτίσει αντί μνημείου ο πρύτανης του ΑΠΘ, μας βρίσκουν ολότελα αντίθετους και αντίθετες ως ακαδημαϊκούς δασκάλους και δασκάλες, ως πολίτες και ως γονείς».
