Για τρίτη ημέρα, η εισαγγελέας της έδρας, Κυριακή Στεφανάτου, ήταν καταπέλτης κατά της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, στο πλαίσιο της δίκης σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο.
Η κ. Στεφανάτου μίλησε σήμερα εκτενώς για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από το τάγμα εφόδου Νίκαιας της Χρυσής Αυγής υπογραμμίζοντας ότι οΓιώργος Ρουπακιας επιχείρησε ψύχραιμος να διαφύγει με το αυτοκίνητό του. Ο Παύλος Φύσσας, όμως, παρέμενε ζωντανός και υπέδειξε ο ίδιος τον δολοφόνο του στους αστυνομικούς. Παρά το γεγονός ότι είχε δεχθεί θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά, διατήρησε τις αισθήσεις του, σήκωσε τη μπλούζα του και έδειξε τα τραύματά του. «Την εξάρθρωση της δολοφονίας του την έκανε ο Παύλος Φύσσας μόνος του», τόνισε η εισαγγελέας.
Η αγόρευση της εισαγγελέως ξεκίνησε με μια μικρή σκιαγράφηση της προσωπικότητας του 34χρονου μουσικού, της αντιφασιστικής του δράσης, αλλά και της στοχοποίησής του από την Χρυσή Αυγή.
Τα «διόλου κολακευτικά» λόγια και οι στίχοι του Παύλου Φύσσα ήταν γνωστά στους κατηγορούμενους, γεγονός που, κατά την κρίση της, προκύπτει ξεκάθαρα από τις τηλεφωνικές συνομιλίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία ανέφερε. «Όταν κάποιος ακούει τραγούδια που δεν είναι της αρεσκείας τους, τότε θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα να τον χτυπήσουν», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Η Κυριακή Στεφανάτου αναγνώρισε ότι μια τέτοια αιτιολόγηση μπορεί να ακούγεται υπερβολική ή παράλογη, όμως επισήμανε πως δεν είναι. Όπως υποστήριξε «ο Νίκος Μιχαλολιάκος είναι μετρ της ψυχολογίας» για να προσθέσει «και στηρίζεται στην πεποίθηση ότι όταν η αλήθεια ακούγεται απίθανη, οι άλλοι θεωρούν πιο λογικό να λες ψέματα». Στο ίδιο πλαίσιο, υπογράμμισε ότι η Χρυσή Αυγή απαιτούσε από τους πάντες όχι απλώς σεβασμό, αλλά απόλυτη υποταγή, φέρνοντας ως ενδεικτικό παράδειγμα την εντολή «εγέρθητο» του βουλευτή Γερμενή προς δημοσιογράφους μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Η εισαγγελική λειτουργός χαρακτήρισε τα γραφεία της Χρυσής Αυγής στη Νίκαια ως «ορμητήριο των ταγμάτων εφόδου», ξεκαθαρίζοντας ότι από εκεί ξεκινούσαν και εκεί επέστρεφαν οι ομάδες που δρούσαν το 2013.Τόνισε, εξάλλου, ότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν είχε καμία σχέση με πολιτικό γραφείο, αλλά λειτουργούσε ως επιχειρησιακή βάση οργανωμένης βίας.
Κατά την αγόρευσή της έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην επιλογή του Παύλου Φύσσα ως θύματος, εξηγώντας πως η δολοφονία εντάσσεται σε μια περίοδο κλιμάκωσης της βίας που είχε στόχο την πρόκληση αντίδρασης από την Αριστερά, προκειμένου να επέμβει το παρακράτος. Και επισήμανε πως μέσα σε διάστημα εννέα μηνών είχαν σημειωθεί πέντε μείζονες υποθέσεις, μεταξύ των οποίων η δολοφονία του Λουκμάν, τα γεγονότα στην Πάρο και, τελικά, η δολοφονία Φύσσα. «Πλέον δεν υποχωρούσαν», σημείωσε, τονίζοντας ότι το έγκλημα αυτό δεν ήταν ακατανόητο, αλλά είχε σαφή στόχο και νόημα.
Όπως ανέφερε η εισαγγελέας, ο Παύλος Φύσσας ούτε είχε προκαλέσει τους δράστες ούτε η ιδιότητά του δικαιολογούσε το μίσος που ξέσπασε πάνω του και του κόστισε τη ζωή. Όμως η Χρυσή Αυγή ως εγκληματική οργάνωση στόχευσε ανώνυμα μέλη του αντίπαλου χώρου και ότι εμβληματικά πρόσωπα. Η εξόντωση του αντιπάλου δεν πραγματοποιούνταν από μεμονωμένους δράστες, αλλά από όλο το τάγμα εφόδου. Όπως τόνισε «ο Φύσσας δεν ήταν εμβληματικό πρόσωπο, ήταν ένας αντιφασίστας. Επελέγη ως κατάλληλος στόχος γιατί τους χλεύαζε με τα τραγούδια του και ήταν θέμα χρόνου η κινητοποίηση του τάγματος εφόδου».
Ξεχωριστή σημασία έχει το σημείο που η εισαγγελέας αναφέρεται για τα όσα συνέβησαν πριν την δολοφονία, καθώς η κινητοποίηση έγινε με ιεραρχική δομή, όπως προκύπτει από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου. Όπως ανέφερε η κ. Στεφανάτου ο Γιάννης Λαγός είχε διαρκή ενημέρωση για την εξέλιξη της επίθεσης και για όσα ακολούθησαν, ενώ «είναι δεδομένο ότι τίποτα δεν έκανε ο Γιώργος Πατέλης χωρίς την έγκριση του Ιω. Λαγού», ο οποίος, με τη σειρά του, ήταν υπόλογος στον Νίκο Μιχαλολιάκο.
«Το θύμα ήταν κατευναστικό μέχρι το τέλος» είπε περιγράφοντας την επίθεση έξω από το «Κοράλλι», σε αντίθεση με τους χρυσαυγίτες, οι οποίοι εμφανίστηκαν αδιάλλακτοι, εφοδιασμένοι με στειλιάρια και ρόπαλα, επαναλαμβάνοντας απειλές σε βάρος της παρέας.
Στην αγόρευση η κυρία Στεφανάτου έδωσε την πλήρη εικόνα όσων έγιναν μόλις ο μουσικός και οι άλλοι βγήκαν από την καφετέρια. Εκεί ήρθαν αντιμέτωποι με το τάγμα, που παρουσία αστυνομικών τους κυνήγησε.
«Συντεταγμένα δεν μετέβαλαν τη συμπεριφορά τους από την παρουσία αστυνομικών και συνέχισαν προς Π. Τσαλδάρη που ήταν η παρέα Φύσσα και να φωνάζουν ”να ‘τος εκεί είναι”. Τότε ο Παύλος Φύσσας φώναξε ”τρέξτε” στην παρέα του, προκειμένου να σωθούν αλλά ο ίδιος δεν έτρεξε, πιθανόν για να προλάβουν οι δικοί του να γλυτώσουν».
Όπως είπε η Εισαγγελέας, «η επίθεση ήταν καταδρομική με εναλλασσόμενες επιθέσεις και ενέδρα. Δεν επεδίωξαν να τον εξοντώσουν, αλλά να τον αποδυναμώσουν μέχρι τη έλευση του Ρουπακιά. Αν το επιθυμούσαν 50 άνθρωποι μπορούσαν να εξοντώσουν τον Π. Φύσσα και την παρέα του, αλλά ήθελαν να τον καθυστερήσουν και εμπόδιζαν τους δικούς του να τον βοηθήσουν, παρέχοντας έτσι στο Ρουπακιά όλο τον χρόνο για να επιφέρει τα θανατηφόρα πλήγματα. Ήθελαν να τον εξαντλήσουν μέχρι να φτάσει ο Ρουπακιάς».
Αναφερόμενη στον Ρουπακιά η εισαγγελική λειτουργός τόνισε:
«Ενεργώντας βάσει σχεδίου κινήθηκε κυκλωτικά για να αιφνιδιάσει τον Φύσσα όπως και έγινε. Κατευθύνθηκε κατευθείαν αιφνιδιάζοντας τον Φύσσα, ο οποίος ίσως να πίστευε ότι θα βοηθούσε στην εξομάλυνση. Στη θέα τού Ρουπακιά, άνοιξε ο κύκλος των χρυσαυγιτών και αγκάλιασε το θύμα και τον μαχαίρωσε. Εντελώς επαγγελματικά και καθόλου τυχαία. Είναι πασιφανές ότι είχε εκπαιδευτεί. Δεν είναι τα 20 χτυπήματα που έχουμε συνηθίσει σε διαπροσωπικά εγκλήματα. Είναι εκτέλεση, επιτέλεση ενός έργου.
Ατάραχος και ήρεμος ο Ρουπακιάς μπήκε στο αυτοκίνητο και προσπάθησε να διαφύγει, αλλά ο Φύσσας ήταν ζωντανός και επέδειξε τον Ρουπακιά που τον μαχαίρωσε. Το ότι μπορεί να μαχαιρώσεις κάποιον στην καρδιά και αυτός να μιλήσει να μείνει όρθιος και να έχει τις αισθήσεις του, δεν το περίμεναν αυτό οι κατηγορούμενοι. Είναι συγκλονιστικό ενώ το θύμα είχε αγωνία για τη ζωή του, γνώριζε ότι ήταν θέμα χρόνου ο θάνατος του, εντούτοις αντί να ασχολείται με τον εαυτό του, έχοντας την επιθανάτια ανησυχία ότι ο δολοφόνος θα μείνει ατιμώρητος, έπρεπε να δείξει ποιος ήταν και να καταθέσει τις αποδείξεις, να σηκώσει δηλαδή την μπλούζα του. Την εξιχνίαση της δολοφονίας του, την έκανε μόνος του ο Παύλος Φύσσας».
