Με το βλέμμα στραμμένο στο… Μιλγουόκι και τον Γιάννη Αντετοκούνμπο βρίσκονται πλέον όσοι έχουν λαμβάνειν χρήματα από την πάλαι ποτέ ανθούσα και ευημερούσα βιομηχανία κρασιών «Τσάνταλης» μετά τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης που την έθεσε επισήμως σε καθεστώς πτώχευσης.
Για την επιχείρηση, που σταμάτησε την παραγωγή της το 2023, ανοίγει πλέον ο δρόμος για την εκποίηση του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, με τους πρώην εργαζόμενους να έχουν λαμβάνειν περί τα 2,5 εκατομμύρια από το σύνολο των περίπου 66 εκατομμυρίων που η επιχείρηση χρωστάει. Ερώτημα είναι αν ενδιαφέρεται ακόμη ο όμιλος «Ελληνικά Οινοποιεία» (Γεωργιάδης – Αντετοκούνμπο) για την εξαγορά της εταιρείας με το βαρύ brand name.
Η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κήρυξε την εταιρεία που μετρούσε 136 χρόνια ζωής σε πτώχευση, άνοιξε δηλαδή ο δρόμος για να εκποιηθούν οι αμπελώνες, οι εγκαταστάσεις και όποιο άλλο στοιχείο συνδέεται με την «Τσάνταλης». Η αίτηση πτώχευσης της εταιρείας είχε κατατεθεί τον Οκτώβριο του 2024, η απόφαση ελήφθη την 1η Δεκεμβρίου 2025, αλλά καταχωρίστηκε -άγνωστο γιατί- με καθυστέρηση, η οποία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την αξία των περιουσιακών στοιχείων, στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) μόλις στις 12 Ιανουαρίου 2026.
Η εταιρεία χρωστάει περί τα 66 εκατομμύρια ευρώ, από τα οποία: 40 εκατομμύρια ευρώ σε τράπεζες (Alpha Bank, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα, Attica Bank), στον ΕΦΚΑ 6,8 εκατ. ευρώ, 10 εκατομμύρια σε προμηθευτές και περίπου 2,5 εκατομμύρια ευρώ σε 100 και πλέον εργαζομένους για δεδουλευμένα και αποζημιώσεις.
Μιλώντας στην «Εφ.Συν.» ο Σάκης Καλιγάς, πρόεδρος του συλλόγου εργαζομένων στην εταιρεία μέχρι το κλείσιμό της, μας λέει ότι «σε όλους τους εργαζόμενους οφείλονται δεδουλευμένα, αποζημιώσεις αλλά και εφάπαξ για όσους είχαν δουλέψει μια ζωή στην εταιρεία και βγήκαν στη σύνταξη με το κλείσιμό της», όπως και ο ίδιος. Εργαζόμενος από το 1985 στην επιχείρηση, ο κ. Καλιγάς έχει να πει πολλές ιστορίες κυρίως για την ποιότητα ανθρώπου που ήταν ο Ευάγγελος Τσάνταλης, ο άνθρωπος που επέβαλε το όνομά του ως δημιουργού κρασιών και ανέδειξε την ομώνυμη εταιρεία σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα ονόματα στον χώρο του κρασιού.
«Ηταν ένας σεμνός άνθρωπος που έκανε αμέτρητες δωρεές στη Χαλκιδική ή σε μονές του Αγίου Ορους, αλλά ποτέ δεν τις επέδειξε, ελάχιστοι γνώριζαν γι’ αυτές τις πράξεις, ενώ παράλληλα η εταιρεία ανθούσε», σημειώνει ο κ. Καλιγάς, τονίζοντας πως «όταν έκλεισε το 2023, οι παραγγελίες έφταναν… στο ταβάνι. Τώρα οι συνάδελφοί μου κι εγώ θα περιμένουμε από εδώ και πέρα να δούμε αν θα λάβουμε τα χρήματα που μας οφείλονται και θα ήθελα να σημειώσω ότι, αν και περίπου το 90% όσων δούλευαν στην εταιρεία αναγκαστικά βρήκαν αλλού δουλειά, οι άνθρωποι αυτοί είναι διαθέσιμοι να επιστρέψουν αμέσως αν η εταιρεία ξανανοίξει».
Για να λειτουργήσει όμως και πάλι η «Τσάνταλης» πρέπει να υπάρχει ενδιαφέρον ανάλογο με αυτό που είχε εκδηλώσει ο όμιλος «Ελληνικά Οινοποιεία», συμφερόντων των αδελφών Θωμά και Ηλία Γεωργιάδη και της οικογένειας Αντετοκούνμπο (έχουν ήδη αποκτήσει το Κτήμα Σεμέλη, την Οινοποιία Μπουτάρη καθώς και το 50% των Αμπελώνων Ναβαρίνου).
Το 2023 η εταιρεία είχε δημιουργήσει τη θυγατρική Vinitus μόνο για την εξαγορά της «Τσάνταλης», μάλιστα είχε καταθέσει δεσμευτική πρόταση 11 εκατομμυρίων στην doValue, ζητώντας κούρεμα των τραπεζικών δανείων, ενώ διέθετε άμεσα περί το 1,5 εκατομμύριο για συνέχιση της δραστηριότητας της εταιρείας (διάθεση αποθεμάτων, οφειλές σε εργαζόμενους κ.λπ.). Η doValue δεν απάντησε καν στην πρόταση, οπότε ο κ. Ηλίας Γεωργιάδης δήλωνε πριν από λίγους μήνες (powergame.gr) πως «Εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα ακόμα καλό, να σώσουμε μία ιστορική εταιρεία. Και αν μπορέσουμε, θα το κάνουμε. Μπορεί να πάρουμε τα εμπορικά σήματα, κάποια κτίρια, τα οποία, ωστόσο, δεν ξέρω κατά πόσο αξίζουν. Αλλά και μισθώνοντας κτήματα του Τσάνταλη, κάναμε ένα ακόμα καλό, καθώς δεν θα μπορούσαν να πληρωθούν όλοι όσοι απασχολούνται σε αυτά. Ταυτόχρονα, σώσαμε και τα κτήματα, τα οποία σταδιακά θα πέθαιναν». Σήμερα διιστάμενες είναι οι πληροφορίες για το αν τα «Ελληνικά Οινοποιεία» εκδηλώνουν το ίδιο θερμό ενδιαφέρον με αυτό που είχαν δείξει πριν από δυο χρόνια. Οσοι πάντως υποστηρίζουν ότι το ενδιαφέρον είναι ζωντανό υποστηρίζουν παράλληλα ότι η οικονομική πρόταση είναι πλέον αισθητά χαμηλότερη.
