Ως καθηγητής Πανεπιστημίου εργάσθηκα σε πολλά Πανεπιστήμια της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας μετά την επιστροφή μου στη χώρα μας από τη Γερμανία. Δεν έχει νόημα να απαριθμήσω τα Πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Εκείνο που μας ενδιαφέρει επί του προκειμένου είναι οι αναγνώστες μου να συμμερισθούν με τον υπογράφοντα τα εκπαιδευτικά βιώματά του. Και αυτό θα επιχειρήσω να κάνω.
Ξεκινάω, σύμφωνα με την επιστημολογική μέθοδο που ακολουθώ, από την εμπειρία (Erfahrung) η οποία κατά το καντιανό πρόγραμμα είναι η αφετηρία της γνωστικής διαδικασίας (όχι η πρώτη αρχή!). Εάν προστεθεί και η έννοια, τα ερμηνευτικά σχήματα, τότε θα φθάσουμε στο γνωστικό αποτέλεσμα. Στη θεματική ανάπτυξή μου εξ αρχής τονίζω δύο «πράγματα», τα οποία είναι και οι θεμελιώδεις διαδικασίες λειτουργίας ενός Πανεπιστημίου: το πρώτο «πράγμα» είναι η διδασκαλία και η έρευνα στο πανεπιστήμιο. Οπως έχω ενημερωθεί αυτή η λειτουργική συνθήκη του Πανεπιστημίου έχει θεσμοθετηθεί στην πολιτική κοινωνία μας ως άρθρο του Συντάγματος. Από την άλλη, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να τονισθεί, είναι ότι το Πανεπιστήμιο όπως εξάλλου και κάθε εκπαιδευτική δομή του κράτους λειτουργεί ως κοινωνικός μηχανισμός άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
Κατά την τελευταία φάση της ιστορικής εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας (μετά τη Μεταπολίτευση – 1974) το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα λειτούργησε ως εξισωτικός μηχανισμός των κοινωνικών ανισοτήτων. Θα τολμήσω να υποστηρίξω κάτι εντελώς καινοφανές για τα ελληνικά δεδομένα: η κοινωνική κινητικότητα στην κοινωνία μας θεμελιώθηκε στους εκπαιδευτικούς θεσμούς και όχι στο κοινωνικό κράτος. Ωστόσο όμως και οι δύο θεσμοί και το Πανεπιστήμιο και το κοινωνικό κράτος, στη χώρα μας, στις μέρες μας, ξεθεμελιώνονται. Απορεί κανείς πώς ένας ολόκληρος πολιτικός κόσμος στον οποίο όλοι μας ζούμε χάνεται! Εξαφανίζεται!
Θυμάμαι λοιπόν πώς και γιατί στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης έθεσα σε εφαρμογή το δημιουργικό εκπαιδευτικό πρόγραμμά μου να διαμεσολαβηθούν αυτές οι δύο λειτουργίες του Πανεπιστημίου: η ενδο-πανεπιστημιακή από τη μία, της διδασκαλίας και της έρευνας και η πολιτικο-κοινωνική λειτουργία, η οποία υποστηρίζει ότι η ανώτατη παιδεία ως δημόσιο αγαθό ανήκει σε ολόκληρη την κοινωνία. Στο αμφιθέατρο εντόπισα δύο μυαλά που θα μπορούσαν να γίνουν οι νέοι επιστήμονες. Αυτοί οι δύο φοιτητές κατά την κοινωνική καταγωγή τους ήταν παιδιά αγροτικής οικογένειας. Το ενδιαφέρον γι’ αυτούς τους φοιτητές δεν ήταν ούτε ευκαιριακό αλλά ούτε και εργαλειακό. Οπως γίνεται στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση το κριτήριο της πνευματικής ικανότητας είναι η «πρώτη αρχή». Και αυτό το κριτήριο ήταν για μένα ο «οδοδείκτης» (Wegweiser) της αποστολής μου ως πανεπιστημιακού δασκάλου.
Μπορεί αυτή η εμπειρική αφήγησή μου να μας κουράζει, αλλά τελικά αυτό που μετράει είναι ότι ο Θεόδωρος Γεωργίου απέτυχε να συνδέσει με οποιονδήποτε τρόπο (διαλεκτικό, ερμηνευτικό κ.λπ.) τις λειτουργίες ενός ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους (κατά τον Althusser) όπως είναι το Πανεπιστήμιο.
Τελικό συμπέρασμα: οι δύο φοιτητές μου (λαμπρά μυαλά στο σεμινάριο) ενώ έκαναν εισηγήσεις-μελέτες σ’ ένα διεθνές φιλοσοφικό συνέδριο στη Θεσσαλονίκη, επέστρεψαν στις αγροτικές εργασίες των οικογενειών τους. Και το δικό μου επιστημολογικό επιμύθιο: χρειάζεται πολλή δουλειά για να γίνει στη χώρα το Πανεπιστήμιο εκπαιδευτικός και κοινωνικός θεσμός. Θα εξακολουθήσει να είναι μια αντιγραφή και καρικατούρα του ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ (με κεφαλαία γράμματα της λέξης) του κόσμου.
*Πολιτικός φιλόσοφος
