Το 1910 ο Ελευθέριος Βενιζέλος πραγματοποίησε μια ιστορική πολιτική ομιλία στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Τη δεκαετία του 1960 ο Γεώργιος Παπανδρέου χρησιμοποίησε το Ακροπόλ για τις πολιτικές του ομιλίες με λαϊκή απεύθυνση, ενώ το 1981 το ΠΑΣΟΚ παρουσίασε το πολιτικό του πρόγραμμα στο ΡΕΞ. Ο θεατρικός χώρος έγινε δηλαδή σκηνικό εκτύλιξης μιας πολιτικής στιγμής όπως και στην περίπτωση του Παλλάς, θεάτρου με έντονο πολιτισμικό κεφάλαιο.
Ο Αλέξης Τσίπρας μέσα από τη δημόσια εμφάνιση στη σκηνή του Παλλάς επιχείρησε να επανασυνδεθεί με το ακροατήριό του -όχι μόνο πολιτικά αλλά και ψυχικά-, να θεραπεύσει τη ρωγμή μεταξύ των προσδοκιών του 2015 και της πραγματικότητας της διακυβέρνησης, να επανεγγραφεί μια συμβολική τάξη όπου μπορεί να λειτουργήσει ξανά ως φορέας συνοχής.
Μετά την ήττα του 2019 και την αποχώρηση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το 2023, ο πρώην πρωθυπουργός εισήλθε σε ένα είδος αορατότητας αφότου το «όνομά» του βίωσε κατάρρευση. Από τη μια συνεπώς ενσαρκώνει το τραυματικό επεισόδιο της σύγκρουσης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τη ματαίωση της ελπίδας, το βάρος της υπογραφής του τρίτου Μνημονίου και το «όχι που έγινε ναι», από την άλλη λειτουργεί ως αντικείμενο νοσταλγίας, καθώς στο συλλογικό ασυνείδητο είναι ο φορέας του μύθου της «πρώτης φοράς Αριστερά».
Ο μύθος της «πρώτη φορά Αριστεράς» υπήρξε μια θεμελιακή εθνική αφήγηση της δεκαετίας του 2010 – η μόνη ίσως που δημιούργησε συνθήκες έντονης συλλογικής ταύτισης σε ένα περιβάλλον βαθιάς κρίσης. Η ομιλία στο Παλλάς λειτουργεί ως πρόθεση επανεγγραφής του ονόματος «Τσίπρας», ως προσπάθεια ανασύστασης της φαντασιακής σχέσης ανάμεσα στον ηγέτη και την κοινότητα, σαν μια συμβολική ανακαίνιση της εικόνας του, ως επανεισαγωγή του ομιλητή στη συμβολική τάξη.
Το χειροκρότημα στο Παλλάς λειτούργησε κατ’ επέκταση ως σημείο αναγνώρισης, η πολιτική ως σκηνικό μύησης: ένας χώρος όπου το κοινό καλείται να επιβεβαιώσει τη νομιμοποίηση της πορείας του ηγέτη. Εξάλλου η φαντασίωση της «δεύτερης ευκαιρίας» για έναν ηγέτη αντανακλά συχνά τη φαντασίωση της «δεύτερης ευκαιρίας» για την κοινωνία την ίδια. Η παρουσία του κοινού συνιστά συμμετοχή σε μια διαδικασία «επανενεργοποίησης ενός μύθου» μια στιγμή που το ελληνικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε φάση αποϊδεολογικοποίησης. Οι νέες ηγεσίες δυσκολεύονται -όπως φαίνεται- να παράγουν μεγάλες αφηγήσεις. Συνεπώς σε περιόδους στασιμότητας, το κοινωνικό σώμα στρέφεται για την κάλυψη του κενού προς την τελευταία στιγμή που ένιωσε ιστορικό βάρος, ακόμη κι αν αυτή η στιγμή κατέληξε σε ματαίωση.
Η χρήση της Ιθάκης που είναι μυθολογικά γνωστή ως η πατρίδα του ήρωα Οδυσσέα και το σκηνικό της Οδύσσειας του Ομήρου, όπου ο Οδυσσέας έκανε τον μακρύ «νόστο» -επιστροφή- μετά τον Τρωικό πόλεμο, λειτουργεί ως φαντασιακό σημείο σύγκλισης, ως μύθος συγκρότησης της πολιτικής επιθυμίας παρά ως κοινωνικό γεγονός: ένας μύθος που επιδιώκει να γεφυρώσει το παρελθόν με το παρόν, το τραύμα με την προσδοκία. Ολοι χρειαζόμαστε μια Ιθάκη -από ανθρωπολογική σκοπιά- για να οργανώσουμε το νόημα της ύπαρξής μας.
Σύμφωνα με την ανθρωπολογική σκέψη, ο μύθος δεν επιστρέφει επειδή το πρόσωπο επανεμφανίζεται· το πρόσωπο επανεμφανίζεται επειδή ο μύθος έχει ήδη επιστρέψει στη μνήμη της κοινότητας. Η επιστροφή του Τσίπρα, λοιπόν, δεν αφορά μόνο μια πολιτική στρατηγική, αλλά και την ανάγκη της κοινωνίας να ανασυγκροτήσει τη συμβολική της τάξη. Η οικειοποίηση δε του συγκεκριμένου συμβόλου από τον Τσίπρα ανακινεί μια συλλογική αφήγηση επιστροφής, λύτρωσης και ανασυγκρότησης: Η Ιθάκη γίνεται ένα είδος επιστροφής σε μια ιδρυτική στιγμή και ιδρυτικό τόπο της επιθυμίας.
Στην ψυχαναλυτική θεωρία, το υποκείμενο αναζητά πάντα ένα σημείο πρωταρχικής ασφάλειας και σταθερότητας -ένα συμβολικό «σπίτι»- το οποίο όμως δεν υπήρξε ποτέ όπως το φανταζόμαστε. Η πολιτική «επιστροφή» συνιστά μια σύνθετη διεργασία μέσα από την οποία το υποκείμενο-ηγέτης επιχειρεί να ανακτήσει την παρουσία του στο φαντασιακό της κοινότητας, να επανεντάξει τη διαδρομή του σε μια μυθολογική δομή συνέχειας, να επαναδιαπραγματευτεί τις ψυχικές και κοινωνικές συμβάσεις που έχουν διαρραγεί.
Αν κάθε ηγέτης ενσαρκώνει φαντασιώσεις και επιθυμίες -από ψυχαναλυτική σκοπιά- τότε η παρουσία του Τσίπρα στο Παλλάς επιχειρεί να ζωντανέψει τη φαντασίωση της νέας αρχής απαλλαγμένη από τα τραύματα του παρελθόντος, σαν να προσπαθεί να θεραπεύσει το τραύμα της διάλυσης της προηγούμενης συλλογικής ταύτισης. Σύμφωνα με τη λακανική θεώρηση, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Τσίπρας ήταν ο τελευταίος Πατέρας της Αριστεράς, δηλαδή εκείνος που ενσάρκωσε την ελπίδα, τη ρήξη και τη συλλογική συμμετοχή και την ίδια στιγμή εκείνος που απέτυχε να κρατήσει την υπόσχεση, μετατρέποντας τον μύθο σε τραύμα. Στο ασυνείδητο της Αριστεράς, η φιγούρα του Πατέρα είναι ο πατέρας που θυσιάζεται αλλά και ο πατέρας που λείπει.
Ο Τσίπρας ήταν ο πρώτος πολιτικός ηγέτης της Αριστεράς που, χωρίς ιστορικούς διωγμούς, χωρίς τραύμα οικογενειακής μνήμης, ανέλαβε τον ρόλο του πατέρα που παραδίδει εξουσία στο συλλογικό. Η επιστροφή του ως φορέα εμπειρίας και μνήμης είναι μια απόπειρα αποκατάστασης της πατρικής λειτουργίας, που από το 2019 και μετά είχε καταρρεύσει εντός της Αριστεράς.
Η επιστροφή του Τσίπρα λειτουργεί ως δευτερογενής συμβολική νομιμοποίηση, ιδίως σε μια παράταξη που έχασε την αξιοπιστία της. Η Αριστερά, για να μπορέσει να συνδεθεί ξανά με το το κοινωνικό σώμα, χρειάζεται έναν τόπο μνήμης, ο οποίος στην περίπτωση αυτή είναι ο μύθος της «πρώτη φορά Αριστεράς», και έναν φορέα επιθυμίας, δηλαδή το πολιτικό υποκείμενο που επιστρέφει. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η επιστροφή του Τσίπρα θα είναι πολιτικά επιτυχημένη· αλλά πως επιτελεί μια συμβολική λειτουργία που ήταν κενή για καιρό.
