Σαν σήμερα στις 11.11.1918 η στρατιωτική ηγεσία της Γερμανίας ζήτησε από τη Γαλλία, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ ανακωχή αποδεχόμενη την ήττα της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σήμερα, 107 χρόνια μετά τον τερματισμό του «μεγάλου πολέμου» οι ηγέτες της Γερμανίας, της Βρετανίας και της Γαλλίας έχουν υιοθετήσει μια ρητορική προετοιμασίας της κοινής γνώμης για πιθανή πολεμική σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία.
Στις Σκανδιναβικές χώρες έχουν ανακαινιστεί τα αντιαεροπορικά καταφύγια, πολλά από τα οποία παρέχουν προστασία από τα πυρηνικά όπλα.
Η προσοχή επικεντρώνεται σε δύο δυνητικά πολεμικά μέτωπα: στον θύλακα του Καλίνινγκραντ στη Βαλτική, ο οποίος πλέον δεν έχει χερσαία πρόσβαση με τη Ρωσία μετά το κλείσιμο των συνόρων από την Πολωνία και τη Λιθουανία και στην Τρανσδνειστρία η οποία αποσχίσθηκε από την Πολωνία το 1990.
Είτε ως ρωσοφοβική εμμονή είτε ως πιθανή εξέλιξη, η διά της συνεχούς επαναλήψεως δαιμονοποίηση της Μόσχας εξυπηρετεί στρατηγικές ανάγκες των πολιτικών ηγεσιών της Γηραιάς Ηπείρου.
Πρώτα από όλα την αναθέρμανση της οικονομίας, με ατμομηχανή την παραγωγή οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών. Την πολιτική αυτή εφάρμοσε ο Ρούζβελτ μετά την επίθεση της Ιαπωνίας στο Περλ Χάρμπορ στα τέλη του 1941, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγους μήνες οι ΗΠΑ να βγουν οριστικά από την ύφεση μακράς διαρκείας στην οποία είχαν εγκλωβιστεί μετά την κρίση του 1929.
Δεύτερον, την οριστική για το ορατό μέλλον εγκατάλειψη της δημοσιονομικής περιοριστικής πολιτικής.
Τρίτον, την πολιτική νομιμοποίηση σκληρών κατασταλτικών μέτρων εναντίον μαχητικών κινητοποιήσεων.
Τέταρτον, την προσπάθεια του Μακρόν για πρωτοκαθεδρία της Γαλλίας στην κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα της Ε.Ε παρόμοια με αυτήν που έχει καθιερώσει η Γερμανία στην Ευρωζώνη.
Πέμπτον, η συντήρηση της συζήτησης για ενδεχόμενη επίθεση της Ρωσίας έχει διευκολύνει την ντε φάκτο επιστροφή της Βρετανίας στις ευρωπαϊκές ισορροπίες και συσχετισμούς.
