ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου η άνοδος της Ακροδεξιάς έχει γίνει σταδιακά, μέσα από δομημένα κόμματα, στη Λατινική Αμερική αυτή ήταν ραγδαία, φέρνοντας «αιφνίδια» στην εξουσία πολιτικούς και κόμματα που σχεδόν δεν είχαν προηγούμενη μαζική εκπροσώπηση στην πολιτική των χωρών τους.

Η Ακροδεξιά που φτάνει στην εξουσία στην περιοχή, δεν εμφανίστηκε ως ένα κομματικό αλλά μάλλον ως ένα «προσωπικό» φαινόμενο. Ακολούθησε συχνά το παράδειγμα του Τραμπ, που «ενθρονίστηκε» στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θέτοντάς το στην υπηρεσία του, χωρίς να χρειαστεί να ιδρύσει ένα άλλο δικό του.

Ο Μπολσονάρο κερδίζει τις εκλογές στη Βραζιλία τo 2018, έχοντας οικειοποιηθεί το Φιλελεύθερο Κοινωνικό Κόμμα, μια μικρή δύναμη που αργότερα εγκαταλείπει για να «κατακτήσει» το Φιλελεύθερο Κόμμα, με το οποίο έχασε τις εκλογές το 2022, έχοντας στο ενδιάμεσο αλλάξει κάπου 10 κόμματα.

Τα δίκτυα

Ο Μιλέι επικρατεί στην Αργεντινή με τη στήριξη μιας ετερογενούς συμμαχίας κομμάτων κυρίως τοπικών ή και σχεδόν ανύπαρκτων, έχοντας ιδρύσει λίγο πριν από τις εκλογές του 2023 το LLA (Η Ελευθερία Προχωρά), ένα κόμμα ραμμένο στα μέτρα των προσωπικών του εμμονών.

Ο Μπουκέλε στο Ελ Σαλβαδόρ, πρώην μέλος του αριστερού μετώπου (και πρώην αντάρτικου) FMLN προσγειώθηκε στο συντηρητικό GANA για να κερδίσει την πρώτη του θητεία και έπειτα ιδρύει ένα προσωποπαγές κόμμα, τις Νέες Ιδέες, με το οποίο κυβερνά σαν απόλυτος άρχοντας.

Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, οι σημερινοί φορείς της Ακροδεξιάς στην περιοχή (κυβερνώντες ή μη) είναι οι καλύτεροι απολογητές της ελεύθερης αγοράς και του επιχειρηματικού κόσμου, κι αυτό ακριβώς θέλουν να διασφαλίσουν όλα τους τα κυβερνητικά πειράματα. Δεν έχουν καμία αντικαπιταλιστική ρητορική. Μόνο μια κριτική προς κάποιες ελίτ της πολιτικής, των ΜΜΕ, του ακαδημαϊκού χώρου, της τέχνης, διευρύνοντας το φάσμα των φαντασιακών «εχθρών» τους.

Οχι τυχαία, αφού η ανάδυση της αποκαλούμενης Νέας Δεξιάς στη Λατινική Αμερική στηρίζεται σ’ ένα εκτεταμένο συνονθύλευμα από ιδρύματα, think tanks, ενώσεις και «κέντρα ερευνών» που εδώ και δεκαετίες διαφημίζουν έναν πολιτιστικό πόλεμο για να επιβάλουν τις ιδέες της ελευθερίας: μιας ελευθερίας που, όπως την φαντάζονται, είναι αποκλειστικά της αγοράς, των κερδών, των ολιγαρχών κι όχι των πολιτών.

Κοινός τους στόχος είναι ο προσηλυτισμός και η «κατάρτιση» της νέας γενιάς των ηγετών, η διενέργεια προπαγανδιστικών σεμιναρίων, η χρηματοδότηση «ιδεολογικών εγχειρημάτων», η έκδοση σχετικών βιβλίων και η συστηματική προώθηση της παρουσίας εκπροσώπων τους στα μίντια και ιδίως στον ψηφιακό κόσμο.

Οι θεμελιώδεις προσταγές αυτής της Ακροδεξιάς που προπαγανδίζει τα οφέλη της ατομικής ευημερίας (έναντι της συλλογικής) και της ατομικής ιδιοκτησίας, παραπέμπουν στο παλαιό διαχρονικό δόγμα του φιλελευθερισμού, απλώς στην πιο ακραία του εκδοχή, την ελευθεριακή.

Οι ιδέες

Ιδρυμα για την Οικονομική Εκπαίδευση, Εταιρεία Mont Pèlerin, Ινστιτούτο Cato, Δίκτυο Atlas, Ινστιτούτο Mises, Διάσκεψη Πολιτικής Δράσης των Συντηρητικών (CAP) είναι μερικές από αυτές τις οργανώσεις που πρωτοεμφανίστηκαν στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ και άπλωσαν στα πλοκάμια τους στη Λατινική Αμερική, όπως αποκαλύπτει το βιβλίο «Τα αφεντικά της Ελευθερίας: Think tanks, χρήμα και η πολιτιστική μάχη», της δημοσιογράφου Σολεδάδ Βαγιέχους.

Ολα τους δούλευαν επί δεκαετίες στην αφάνεια ως ότου ήρθαν στο φως της δημοσιότητας με την άφιξη του αναρχοκαπιταλιστή Χαβιέρ Μιλέι στην πολιτική σκηνή της Αργεντινής ή με την προεδρική υποψηφιότητα του Γιοχάνες Κάισερ στη Χιλή, που έχουν επηρεαστεί βαθιά από αυτό το δίκτυο. Αναφέρονται συχνά σε οικονομολόγους της Αυστριακής Σχολής, τον Λούντβιχ φον Μίζες, τον Φρίντριχ Χάγιεκ, τον Μάρεϊ Ρόθμπαντ, αλλά και στον «πατέρα» του ντόπιου φιλελευθερισμού, τον Αλμπέρτο Μπενέγκας Λιντς.

«Οι θεωρητικές αρχές που επικαλούνται πολλοί ακροδεξιοί ηγέτες της περιοχής ανάγονται σε ένα κίνημα που αναδύθηκε τον προηγούμενο αιώνα ως αντίδραση στον κενσιανισμό και στο κράτος πρόνοιας», σημειώνει η Βαγιέχος, που στο βιβλίο της διαφωτίζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η κοσμοαντίληψη μεταφέρεται από την οικονομία σε άλλες σφαίρες, μέσα από οργανώσεις που ακολουθούν την πρόταση του Χάγιεκ πως «πρέπει να ξεχάσουμε την πολιτική όπως την ξέραμε, αυτό που χρειάζεται είναι να κατακτήσουμε τα μυαλά των ανθρώπων, να προτείνουμε νέα περιεχόμενα και να δημιουργήσουμε έναν καινούργιο κόσμο».

Να διαδώσουν, δηλαδή, τις ιδέες τους, ώστε να αποτελούν το κυρίαρχο αφήγημα. Αυτές οι πρωτοβουλίες σύντομα άρχισαν να «εξάγονται» και στη Λατινική Αμερική. Η Mont Pèlerin, που ίδρυσε ο Χάγιεκ το 1947, κατέφθασε τη δεκαετία του 1960, πρώτα στη Βενεζουέλα και στη Γουατεμάλα. Το Δίκτυο Atlas, που ίδρυσε ο Αγγλος επιχειρηματίας Αντονι Φίσερ, επεκτάθηκε τη δεκαετία του 1980, πρώτα στο Μεξικό κι έπειτα στη Νότια Αμερική.

Υστερα άρχισαν να «προσγειώνονται» άλλα ανάλογα ιδρύματα, ενώ εμπνευσμένες από τη δράση τους εμφανίστηκαν και οι πρώτες «ντόπιες» οργανώσεις, με ναυαρχίδα την Ανώτατη Σχολή Οικονομίας και Διοίκησης Επιχειρήσεων που ίδρυσε τη δεκαετία του 1970 ο Μπενέγκας Λιντς (γιος), η οποία πρόσφατα απένειμε στον Μιλέι τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα. Και πιο πρόσφατα εμφανίστηκε το Ιδρυμα Φάρος.

Ο αυταρχισμός

Για να εφαρμόσουν το ελευθεριακό «όραμά» τους, η δημοκρατία και οι αξίες της αποτελούν «εμπόδιο προς πάταξη», όπως και οι κατακτήσεις των τελευταίων ετών, είτε αυτές είναι τα εργασιακά και τα ανθρώπινα δικαιώματα είτε τα κινήματα των ακτιβιστών, των ιθαγενών και των μειονοτήτων, η οικολογία, οι συλλογικές ελευθερίες, ο φεμινισμός, οι άλλες σεξουαλικότητες.

Μόνο ο αυταρχισμός τούς εξασφαλίζει το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Μπορεί να διατηρούν τις διαδικασίες εκπροσώπησης αλλά τις υπονομεύουν με μια λογική (και πρακτική) καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, όπου όλα τούς επιτρέπονται. Ο ελευθεριακός νεοφιλελευθερισμός τους απαιτεί ένα είδος ολοκληρωτισμού που δεν χρειάζεται τα εργαλεία της δικτατορίας, σημειώνει ο αναλυτής Ντανιέλ Καμπιόνε:

«Θέλουν τον πειθαναγκασμό και την “αποκατάσταση” του δίκιου του ισχυρού, με έναν τιμωρητικό λόγο που φιλοδοξεί να αδειάσει τους δρόμους από διαμαρτυρίες και συγχέει τη φτώχεια με την εγκληματικότητα και την κοινωνική στράτευση με την τρομοκρατία. Αποδομώντας τα κοινωνικά κινήματα, ενισχύουν την ιδέα πως η συλλογική δράση και η κοινοτική συσπείρωση δεν έχουν νόημα και πως μόνη επιλογή είναι ο απόλυτος ατομικισμός, ο σώζον εαυτόν σωθήτω».